Uncategorized Πολιτική

Το ευρωπαϊκό στοίχημα του Αλέξη Τσίπρα

Αλέξης Τσίπρας

Του Γιάννη Σπ. Παργινού

Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, συμμετέχει αυτές τις ημέρες σε ένα πραγματικά σκληρό πανευρωπαϊκό πολιτικό πόκερ. Η έκβαση του παιχνιδιού δεν εξαρτάται πάντα από το πόσο καλός είναι ο παίκτης, όσο από το με ποιου το μέρος είναι οι άσοι και οι ρηγάδες. Ωστόσο, τη δυναμική της ρέντας μπορεί να ανατρέψει μια καλοστημένη μπλόφα. Και αυτό ακριβώς είναι το κάτι άλλο που κάνει συναρπαστική την παρτίδα.

Αν παρομοιάσουμε τις συνεδριάσεις του Eurogroup με μια παρτίδα πόκερ, τότε σαφώς η καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, θα ήταν η δυνατή παίκτρια με μια ασύλληπτη ρέντα, που έχει κερδίσει όλες τις μέχρι τώρα παρτίδες, έχει δυνατή «μπάνκα» και έχει καταστεί ο «φόβος και τρόμος» των συμπαικτών της, καθώς τους έχει κάνει πραγματικό οικονομικό «ταπί». Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, είναι ο ενθουσιώδης και δυναμικός «παίκτης», που προσέρχεται στο τραπέζι χωρίς εμπειρία για το σκληρό παιχνίδι που παίζεται στα ευρωπαϊκά σαλόνια και, το χειρότερο, χωρίς «χρήμα» για να κάνει άνετα μια ρελάνς εντυπώσεων. Και όμως, ο Έλληνας πρωθυπουργός προσέρχεται στο τραπέζι για να δείξει και να αναδείξει πως δεν τηρούνται οι κανόνες του παιχνιδιού, ότι κάποιος από τους παίκτες –εν προκειμένω η Γερμανία– κάνει ανίερες συμμαχίες σε βάρος άλλων παικτών, με αποτέλεσμα να είναι μονίμως κερδισμένη η ίδια και μονίμως χαμένοι οι μικροί και οικονομικά αδύναμοι λαοί της νότιας Ευρώπης. Επιπλέον, ο Έλληνας πρωθυπουργός δηλώνει αποφασισμένος να «τραβήξει το σχοινί» και να φτάσει μέχρι και την οριστική ρήξη με την καθεστηκυία τάξη της ευρωζώνης, αδιαφορώντας, ίσως, για τις όποιες συνέπειες, κατά το «αποθανέτω μετά των αλλοφύλων».

Οι ελληνικοί στόχοι

Σε πραγματικούς πολιτικούς όρους, η ελληνική κυβέρνηση προτάσσει το αδιέξοδο του υλοποιούμενου προγράμματος «διάσωσης» –με 25% απώλειες του εθνικού εισοδήματος, 27% ανεργία, διάλυση του κράτους πρόνοιας, ασφυξία και λουκέτα στην αγορά, πλήρες στράγγισμα της ρευστότητας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, απώλεια της εθνικής κυριαρχίας και της αξιοπρέπειας των Ελλήνων πολιτών–, με αποτέλεσμα το δημόσιο χρέος να έχει φτάσει στο 184% επί του ΑΕΠ, από το 118% που ήταν πριν από τα μνημόνια.

Έναντι όλων αυτών, η κυβέρνηση προβαίνει σε κατάργηση μνημονιακών νόμων και, επιπλέον, διεκδικεί την απαγκίστρωση από την πολιτική των μνημονίων, μια νέα συμφωνία με εταίρους και δανειστές, χωρίς νέα δάνεια και με κατάληξη σε ένα είδος απομείωσης του δημόσιου χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο και διαχειρίσιμο. Διαβεβαιώνει, δε, ότι θα παρουσιάζει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, θα πατάξει τη φοροδιαφυγή και θα προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις με σεβασμό στο περιβάλλον και χωρίς να εκποιήσει τη δημόσια περιουσία.

Από την απέναντι πλευρά, το Βερολίνο παρουσιάζεται με άκρα αδιαλλαξία στις ελληνικές θέσεις. Αυτή η σκληρή αδιαλλαξία έχει δύο ερμηνείες:

1. Η Γερμανία έχει οικονομικά οφέλη.

Η Ελλάδα, προκειμένου να πληρώσει ομόλογα στις λήξεις τους και να αποφύγει την επίσημη πτώχευση, δανείζεται από τους εταίρους της με χαμηλά επιτόκια. Από τους εν λόγω δανειστές, η Γερμανία είναι η μόνη που κερδίζει, καθώς είναι και η μόνη που δεν έχει ανάγκες δανεισμού για να πληρώνει επιτόκια σε άλλους δανειστές. Αντίθετα, όλοι οι άλλοι δανειστές της Ελλάδας δανείζονται με μεγαλύτερα επιτόκια για να της δανείζουν με μικρότερα, στο όνομα της εταιρικής αλληλεγγύης. Αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι η μεν Γερμανία να έχει κερδίσει περίπου 60 δισ. ευρώ στα χρόνια των μνημονίων, ενώ όλοι οι υπόλοιποι δανειστές να σημειώνουν απώλειες.

2. Η Γερμανία έχει πολιτικά οφέλη.

Μέσα σε αυτόν τον φαύλο κύκλο «αλληλοδανειζόμενων» εντός της ευρωζώνης, η Γερμανία παρουσιάζεται ως η «οικονομική ατμομηχανή» και άρα ως η ακμαία πολιτική δύναμη που πρωτοστατεί στην ενωμένη Ευρώπη. Σε αυτό το κλίμα, οι τράπεζες της Γερμανίας εμφανίζονται ως οι πιο σταθερές και ακίνδυνες, με αποτέλεσμα να προσελκύουν καταθέτες από όλο τον κόσμο, χωρίς να εξαιρούνται και τα κράτη της ευρωζώνης και της λοιπής Ευρώπης. Δευτερογενές αποτέλεσμα είναι το Βερολίνο να εμφανίζεται ως ευρωπαϊκή δύναμη και να παίζει δυνατά τα γεωπολιτικά του παιχνίδια, τόσο έναντι της Μόσχας όσο και έναντι της Ουάσινγκτον. Είναι σαφές πως το Βερολίνο δεν θα ήθελε επ’ ουδενί τη διατάραξη της υπάρχουσας ισορροπίας. Κατ’ επέκταση, ο Αλέξης Τσίπρας προβάλλει ως ο αντίπαλος που πρέπει να κατατροπωθεί πάση θυσία. Έτσι, η Καγκελαρία επιδεικνύει άκρατη αδιαλλαξία και σκληρή πυγμή. Και τούτο γιατί όποιος μιμητισμός επεκταθεί από την Αθήνα προς τη Ρώμη, τη Μαδρίτη, το Παρίσι, τη Λισαβόνα, κι όπου αλλού, θα διαταράξει την πολιτική πρωτοκαθεδρία του Βερολίνου. Δεν είναι τυχαίο ότι τις θέσεις του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ –και μετά την 25η Ιανουαρίου της ελληνικής κυβέρνησης– κατά της πολιτικής τής λιτότητας έχουν αρχίσει να τις ασπάζονται διανοούμενοι, τεχνοκράτες, κόμματα και εσχάτως και κυβερνήσεις. Σε αυτό το πανευρωπαϊκό κλίμα και περιβάλλον, έχουν αρχίσει, έστω κι αχνά, να διακρίνονται τα αντίπαλα στρατόπεδα.

Από τη μία πλευρά είναι η Γερμανία με τους άμεσους συμμάχους της, τη Χάγη και το Ελσίνκι, που ασπάζονται καθ’ ολοκληρία την πολιτική του Βερολίνου. Πλάι σε αυτούς, βρίσκονται και έμμεσοι σύμμαχοι που ακολουθούν την πολιτική του Βερολίνου για καθαρά δικούς τους πολιτικούς λόγους, όπως η Ισπανία, μια και η κυβέρνηση του κ. Ραχόι βλέπει το αδελφό με τον ΣΥΡΙΖΑ κόμμα Podemos να απειλεί την εξουσία του, αν δικαιωθούν οι θέσεις των Αθηνών. Επίσης, οι δύο χώρες που πέρασαν από μνημόνιο, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία, νιώθουν το πολιτικό τους σύστημα να τρίζει συθέμελα σε περίπτωση που η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ αναδειχθεί επιτυχής. Είναι παρόμοια περίπτωση με την κατάσταση στην οποία θα περιέλθουν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, αν καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικαιωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ.

 Από την έντυπη έκδοση του Παρασκηνίου, που κυκλοφόρησε το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER