Άρθρα

Το κακομαθημένο πλουσιόπαιδο

(ένα σύγχρονο παραμύθι για την Ηλεία)

Της Βάσως Χαριτοπούλου, Οικονομολόγου – Σύμβουλου επιχειρήσεων

Προερχόμενος από μία οικογένεια με μεγάλη ιστορίακαι πλούτο αξιοζήλευτο, γεννήθηκε σε ένα υπέροχο σπίτι το οποίο  αντανακλούσε το μεγαλείο και τη δόξα της φυλής του. Περιστοιχισμένο καθώς ήταν από φροντισμένους κήπους, από δάση βαθύσκιωτα και βουνά αγέρωχα, φάνταζε ακόμα πιο μεγαλόπρεπο. Λίμνες και ποτάμια μυθικά ξεπρόβαλλαν από όπου έφτανε το μάτι, στις όχθες των οποίων έλεγαν πως κάποτε λούζονταν οι Δρυάδες. Αρχαία ιερά και λαμπροί βωμοί ήταν αδιάψευστοι μάρτυρες του παρελθόντος ενός τόπου, που εκείνος στο εξής διαφέντευε.

Παιδί από τη φύση του όμορφο και δυνατό, από νωρίς έγινε ξακουστό για τις χάρες και τις αρετές του. Τα παιχνίδια του ήταν ξεχωριστά, διδακτικά, ανέμελο καθώς έτρεχε στα ξέφωτα και στα φαράγγια, κυνηγώντας τις σκιές των σοφών Κενταύρων. Η αρμονία κατέκλυζε την ύπαρξή του, όταν οι Μούσες το καλούσαν κοντά τους για να τραγουδήσει και να χορέψει μαζί τους. Ατέλειωτες ώρες στις παλαίστρες, είχε μάθει να γυμνάζει συστηματικά, με πειθαρχία, νου και σώμα. Και, κάθε φορά που περπατούσε στα μονοπάτια τα ιερά, τα οποία άλλοτε διάβαιναν οι Ολυμπιονίκες, ρίγη περηφάνιας σάρωναν την ψυχή του.

Καθώς μεγάλωνε όμως, Σειρήνες μακρινές άρχισαν να του αποσπούν το ενδιαφέρον. Ήταν τόση η μέθη από τις γήινες ομορφιές και τις προκλήσεις που έστηναν χορό γύρω του, που το αθώο παιδί ξαφνικά ζαλίστηκε.. ένιωθε να χάνει την ισορροπία του. Πελώρια κύματα αλαζονείας και έπαρσης, σύντομα έπνιξαν το ενάρετο αγόρι μέσα του. Άρχισε να βρίσκει βαρετά και δίχως νόημα τα παιχνίδια του και βάλθηκε να διώχνει μακριά τους φωτισμένους δασκάλους του, να τους ειρωνεύεται και να τους περιγελά. Διασκέδαζε με το να καταδιώκει με μανία τις Νύμφες, να καταστρέφει τα ιερά και να ρημάζει ανελέητα τους βωμούς των προγόνων του, την ώρα που αλόγιστα ήδη σπαταλούσε την περιουσία της οικογένειάς του.

Το μυαλό του θόλωσε τόσο, που άρχισε να πιστεύει πως μπορεί να εξουσιάσει γη και ουρανό. Έβρισκε πλέον ενδιαφέρον στο να μολύνει τα νερά, να καίει απερίσκεπτα τα δάση, να ξεριζώνει τους βλαστούς, να εξοντώνει τα άγρια ζώα.

Έπαψε να γυμνάζεται και, αψηφώντας τις αρχές του μέτρου και της αρετής με τις οποίες είχε γαλουχηθεί, ρίχτηκε σε ασωτίες που δεν ταίριαζαν με την ευγενική ανατροφή του. Αποστρεφόταν έτσι σταδιακά κάθε πρόκληση του πνεύματος και ενέδιδε με ευκολία σε ταπεινές απολαύσεις και κατώτερες από τη φύση του παρορμήσεις.

Το σώμα του σιγά-σιγά άρχισε να χάνει τη ρώμη του. Στο βλέμμα του ξεθώριαζε η λάμψη λίγο-λίγο, κάνοντας το πρόσωπό του να φαίνεται ακόμα πιο ωχρό και άγριο. Λήθη σκέπασε τον ορίζοντά του. Τίποτα δεν θύμιζε πια το αγνό εκείνο αγόρι με τους καλούς τρόπους και την αριστοκρατική καταγωγή. Σύντομα, είχε χάσει και το μεγαλύτερο μέρος από τα πλούτη του.

Ξαφνικά βρέθηκε μόνος του, αποκαμωμένος και φτωχός. Τα αρχοντικά ρούχα του, είχαν τώρα ξεφτίσει, ξεσκιστεί. Τα πόδια του, γυμνά και πληγιασμένα, ήταν αδύναμα στην προσπάθειά του να τρέξει για να προφυλαχθεί από την καταιγίδα.

Πού να βρει όμως καταφύγιο; Στο τοπίο που μόνος του το είχε κάνει τόσο εχθρικό; Τα ελάχιστα δέντρα που είχαν γλιτώσει, πώς να τον προστατεύσουν; Η γη που είχε πλέον αποσαθρωθεί, βυθιζόταν τώρα επικίνδυνα υπό το βάρος του καχεκτικού κορμιού του… Και σε ποιους θεούς να προσευχηθεί για τη σωτηρία του, έχοντας βεβηλώσει ό,τι ιερό είχε βρεθεί μπροστά του;

Μάταια προσπαθούσε και να ξεδιψάσει, καθώς τα νερά ήταν καιρό τώρα δηλητηριασμένα. Και πώς να χορτάσει την πείνα του, που οι καρποί της γης είχαν κι αυτοί μολυνθεί από τα ίδια του τα χέρια;

Ένα μεσημέρι, αποκοιμισμένος καθώς ήταν στην όχθη του Αλφειού, μια φωνή από μακριά τον τάραξε:

«Ηλείε! Εσύ είσαι εκεί κάτω;»

…είχε τόσο καιρό να ακούσει το όνομά του, που σχεδόν το είχε ξεχάσει.. προσπάθησε να καταλάβει από πού ερχόταν αυτή η φωνή.. και τι ζητούσε από εκείνον.. και τότε, άρχισε να θυμάται…

vasso-charitopoulou@hotmail.com

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER