
Του Δημήτρη Κυριαζίδη, βουλευτή ΝΔ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένας διεθνής οργανισμός που διακηρυκτικά στηρίζεται μεταξύ άλλων στις κοινές δημοκρατικές αξίες και παραδόσεις των κρατών που τον συναπαρτίζουν και στο όραμα για μια ενωμένη Ευρώπη των Λαών. Ένας από τους βασικούς αξιακούς πυλώνες της υπερεθνικής αυτής Ένωσης είναι η αυτονόητη ισότητα μεταξύ των κρατών και η αλληλεγγύη που οφείλουν να επιδεικνύουν αυτά μεταξύ τους. Δυστυχώς, όμως, στο πρόσφατο παράδειγμα της Κύπρου, η κατ’ επίφαση «αλληλεγγύη» αποδείχθηκε ότι έχει σαθρά πόδια και προεχόντως ότι αυτή στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον στο δίκαιο του οικονομικά ισχυρού που μπορεί «θεμιτά» και σε ένα πλαίσιο εξωτερικής «νομιμοφάνειας» να επιβάλλει τις αποφάσεις του και να ικανοποιήσει τις ορέξεις του. Το «περήφανο» Κυπριακό ΟΧΙ της προηγούμενης εβδομάδας, που αρκετοί στην Ελλάδα έσπευσαν να επικροτήσουν, αποδείχτηκε στην πράξη πολιτικό Βατερλώ, προοικονομώντας ότι στον οικονομικό πόλεμο που ζει ο Ευρωπαϊκός Νότος, μελλοντικές φωνές και αντιδράσεις σαν τις κυπριακές δεν χωρούν. Και όχι μάλιστα δεν χωρούν, αλλά θα οδηγήσουν σε ταπεινωτική, ας μου επιτραπεί, ήττα και εντεύθεν σε άτακτη και οδυνηρή συνθηκολόγηση.
Δυστυχώς, στην περίπτωση της μικρής από πλευράς υφιστάμενων οικονομικών μεγεθών – για τα ευρωπαϊκά δεδομένα – Κύπρου, οι «μεγάλοι παίχτες» φρόντισαν να δώσουν ένα «μάθημα» σε όλους τους υποψηφίους αρνητές της γραμμής του εξουθενωτικού οικονομικού ελέγχου της Ευρώπης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. «Ή θα ακολουθήσετε την δική μας στρατηγική, ή θα επέλθει το χάος», είπαν. Ένα υπαρκτό χάος που επαπειλείται γιατί ακριβώς ερείδεται σε μία πολεμική στρατηγική των ισχυρών, κινούμενη στην λογική του ότι παίρνεις αυτό που σου δίνω με τους όρους που στο δίνω, αλλιώς καταστρέφεσαι επειδή το επέλεξες. Η διλημματική αυτή στρατηγική εφαρμόστηκε με τον πλέον σκληρό και άδικο τρόπο στην Κύπρο και πέρασε πολλά μηνύματα σε όλη την Ευρώπη, μηνύματα που πρέπει να τα λάβουμε και να τα συνειδητοποιήσουμε γιατί και η δική μας περίπτωση δεν διαφέρει πολύ από την Κύπρο. Και ποια είναι η λύση; Τι πρέπει να γίνει στην Ελλάδα, θα αναρωτηθεί κανείς. Να καθυποταχθούμε ελέω θεού στα μνημόνια και σε αυτά που μας εντέλλουν να κάνουμε οι ξένοι; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό, μετά από την παταγώδη διάψευση ελπίδων τύπου Ολάντ και ελλείψει πολιτικών ανδρών στην Ευρώπη που θα αντιστρέψουν την γερμανική στρατηγική, προς απογοήτευση όλων την έδωσε το παράδειγμα της Κύπρου. Οι μαγκιές του τύπου «δεν πληρώνω», δεν συμβιβάζομαι, καταγγέλλω τα μνημόνια, τις δανειακές συμβάσεις είναι ωραίες, εύηχες, αναπτερώνουν πρόσκαιρα το ηθικό όλων, πλην, όμως, φέρνουν κοντύτερα την οικονομική καταστροφή και ισοπέδωση που θα προκύψει την επόμενη μέρα όταν κλείσουν οι στρόφιγγες της ρευστότητας. Το ζήτημα που τίθεται αγωνιωδώς είναι τι κάνουμε εμείς ως Έλληνες σε μια χώρα που ζει στην τροχιά των απαιτήσεων των δανειστών, στην εξαθλίωση, στην φτώχεια και στην μιζέρια, αναμένοντας μέσα από τις φιλότιμες προσπάθειες της Κυβέρνησης την ανάπτυξη. Κάνουμε το αυτονόητο. Με πατριωτική ευθύνη και με συναίσθηση της πραγματικής κατάστασης που ζούμε, μακριά από άναρθρες κραυγές γελοιότητας και έλλειψης πολιτικού ρεαλισμού, προσπαθούμε να αποτινάξουμε μια ώρα αρχύτερα τα μνημόνια και τον σφικτό εναγκαλισμό των δανειστών. Και πως θα γίνει αυτό; Επιστρέφοντας στην ανάπτυξη και εξυγιαίνοντας το κράτος, την δημόσια διοίκηση και τις λειτουργίες του το συντομότερο δυνατόν για να μην έχουμε ανάγκη αυτούς που «προσφέρουν» βοήθεια με όρους εξαθλίωσης. Και ναι, ματώνουμε, πονάμε, αγανακτούμε, εξοργιζόμαστε όλοι και ειδικά εμείς οι νέοι πολιτικοί που προερχόμαστε από τον απλό, καθημερινό κόσμο, που ζει τις ίδιες αγωνίες με μας. Την αιματηρή κυριολεκτικά προσπάθεια, όμως, αυτή που καθένας μας την βιώνει στο πετσί του καθημερινά, οφείλουμε να την ολοκληρώσουμε το ταχύτερο δυνατόν για τον τόπο και για τα παιδιά μας, γιατί οφείλουμε να τους παραδώσουμε μια πατρίδα καλύτερη, χωρίς εξαρτήσεις και ανάγκη «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» όπως την γεύτηκαν πρόσφατα οι Κύπριοι αδελφοί μας.





