Του Γιάννη Βασιλακόπουλου
Το γραφείο του αείμνηστου Μιλτιάδη Έβερτ, στον αριθμό 12 της Οδού Ρηγίλλης, ήταν έτσι όπως θα ταίριαζε σε έναν πολιτικό που δεν απασχόλησε ποτέ τις κοσμοπολίτικες στήλες των εφημερίδων, ενώ αντιθέτως κέρδιζε φίλους και… παραξένευε αντιπάλους (μέχρι να τους κάνει κι αυτούς φίλους) με την απλότητα του.
Ένα σεμνό και λιτό γραφείο, παραφορτωμένο μόνον με ιστορία, αναμνήσεις και αναφορές στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Εθνάρχης ήταν έτσι κι αλλιώς, ο απόλυτος πολιτικός του πατέρας. Και του άρεσε να ταξιδεύει το μυαλό παρέα με τις λέξεις σε εκείνα τα χρόνια που ο Καραμανλής κόντρα σε Θεούς και Δαίμονες, έχτιζε από την αρχή την Ελλάδα, έχοντας μπροστά του συντρίμμια, στάχτες και διχασμό … Συμμάζεψε κάποτε μνήμες και σκέψεις, ο Μιλτιάδης Έβερτ και τις χώρεσε σε ένα βιβλίο, το «Καραμανλής, ο Αναμορφωτής» – που μου έκανε την τιμή να μου το χαρίσει, σε μια από τις συναντήσεις μας. Εκεί, μέσα στο γραφείο του Έβερτ, νόμισες πως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, σε κοιτά από παντού, όπου κι αν καθίσεις, σε όποια γωνιά:
Μια μέρα πιάσαμε κουβέντα για εκείνες τις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης. Ο θρυλικός «Μπουλντόζας» -προσωνύμιο που απέκτησε όταν διοικούσε τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, αν και με επιβαρυμένη υγεία τα τελευταία χρόνια, έπαιρνε μια λάμψη, η φωνή του δυνάμωνε ακαθόριστα, όταν μιλούσε για τον Καραμανλή: «Λέμε Θεοί και Δαίμονες πήγαν να βάλουν μπουρλότο, στις προσπάθειες του Καραμανλή. Στην πραγματικότητα, τον έστειλαν στην Ελλάδα οι Θεοί και τον περίμεναν, εδώ, οι Δαίμονες.». Με αυτήν τη φράση περιέγραψε, κάπως λογοτεχνικά, το Παρασκήνιο της επιστροφής του Εθνάρχη, την νύχτα της 23ης Ιουλίου του 1974.
Μάλλον, λοιπόν, τον συνόδεψαν οι Θεοί, ως τη σκάλα του προεδρικού Αεροπλάνου που είχε παραχωρήσει στον εγκάρδιο φίλο του, ο Ζισκάρ Ντ’ Εστέν κι ύστερα άφησαν τη «δουλειά» στους Δαίμονες. Για αυτόν το λόγο, ο Καραμανλής άλλαζε εκείνες τις ημέρες, συνεχώς τόπους διαμονής, από τη Μεγάλη Βρετανία, σε κότερα και διαμερίσματα φίλων. Ως και από απόπειρα δολοφονίας γλύτωσε… Σε όλο αυτό το πανηγυρικό κλίμα της επιστροφής της ελπίδας, ενός ολόκληρου Λαού, ο Καραμανλής, βίωνε κι έναν διαρκή ανθρώπινο εφιάλτη.
«Όμως», έλεγε ο Έβερτ, «αφού τα πέρασε όλα αυτά. Το Σερραίϊκο το πείσμα του, δεν τον άφηνε να κάνει πίσω.» Έλεγε «η, θα βάλω τη χώρα στην Ευρώπη, ή θα σηκωθώ να φύγω και θα εξαφανιστώ». Τότε τον κόντραραν οι πιο πολλοί. Ύστερα τον ευγνωμονούσαν οι περισσότεροι. Σήμερα λέμε πως τούτη εδώ η Ευρώπη, δεν ήταν ίσως ότι είχε οραματιστεί ο Εθνάρχης.
Εικασίες, στα σαραντάχρονα μιας γερασμένης μεταπολίτευσης. Που όμως αν δεν είχε γεννηθεί – από τον Καραμανλή- θα είχαμε από καιρό «πεθάνει». Κι ας είναι σήμερα οι «Δαίμονες» που κάνουν παιχνίδι, αντί για τους Θεούς.





