Κοινωνία

«Χάθηκαν» και τα Learjets από τον ελληνικό ουρανό

Λίαρτζετ Θέμα

του Δημήτρη Σταυρόπουλου

Κάποτε ήταν «ιπτάμενοι και τζέντλεμαν». Χρησιμοποιούσαν το ιδιωτικό αεροπλάνο ή το ελικόπτερό τους σχεδόν καθημερινά για τις επαγγελματικές μετακινήσεις τους ή για τις διακοπές τους –ιδιαίτερα τις μέρες των Χριστουγέννων, όταν «δραπέτευαν» στο Μπαλί, το Ντουμπάι και τη Ν. Υόρκη– και ξόδευαν μεγάλα ποσά για τη συντήρησή τους και την πρόσληψη έμπειρων πιλότων.

Η κρίση, το μνημόνιο, η επικίνδυνη στοχοποίηση, η «βαριά» φορολογία και ο περιορισμός του κύκλου εργασιών ανάγκασαν τους περισσότερους πλούσιους και επώνυμους Έλληνες επιχειρηματίες και εφοπλιστές να εγκαταλείψουν τα τελευταία χρόνια το ακριβό «σπορ» της ιδιοκτησίας ενός ιδιωτικού εναέριου μέσου μεταφοράς.

Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι σήμερα όσοι εξακολουθούν να συντηρούν ένα jet με ελληνικό νηολόγιο, ενώ κάποιοι άλλοι διατηρούν τον εναέριο στόλο τους στο εξωτερικό, ως περιουσία μιας εταιρείας, στην οποία οι ίδιοι δεν φαίνονται πουθενά.

Μεγάλα ονόματα, όπως ο Νιάρχος και ο Λάτσης, έχουν και ένα και δύο και τρία αεροπλάνα, αλλά δεν βρίσκονται στην Ελλάδα σχεδόν ποτέ.

Κάποιοι, όταν δεν τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι, τα νοικιάζουν ως εμπορικά, προκειμένου, με τα χρήματα που κερδίζουν, να εξοικονομήσουν ένα μέρος από το κόστος της συντήρησής τους.

Όπως και αν έχουν τα πράγματα, η εποχή που πετάγονταν για ψώνια στο Παρίσι η στη Θεσσαλονίκη, για να ακούσουν τον Ρέμο, ή στα Γιάννενα για… μπουγάτσα πέρασε ανεπιστρεπτί…

Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο καπετάν Γιάννης Λάτσης αποφάσισε να αγοράσει ένα ιδιωτικό αεροσκάφος για τις μετακινήσεις του ίδιου, των στελεχών του και της οικογένειάς του. Όχι για pleasure, αλλά για business. To 1979 παρέλαβε το πρώτο Boeing 737, υπερπολυτελές, με λίγες θέσεις και διαμορφωμένο ειδικά για τον ίδιο και την οικογένειά του. Έτσι, ιδρύθηκε η εταιρεία PrivatAir, η αγαπημένη μέχρι και σήμερα του γιου του, Σπύρου. Το 1989, ο στόλος της οικογένειας ενισχύθηκε με ένα Boeing 757 και ένα υπερσύγχρονο για την εποχή Gulfstream IV. Τα τρία αεροσκάφη δεν είχαν μόνο το προνόμιο της πολυτέλειας, αλλά και αυτό της πραγματοποίησης υπερατλαντικών πτήσεων χωρίς ενδιάμεση στάση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, η οικονομική ανάπτυξη έκανε τα αεροσκάφη της οικογένειας δημοφιλή και περιζήτητα στα κορυφαία στελέχη των μεγαλύτερων πολυεθνικών και το 1995 ο Σπύρος Λάτσης μετέτρεψε την… εξυπηρέτηση σε κερδοφόρα επένδυση: η PrivatAir απέκτησε επίσημο πιστοποιητικό πτήσεων στην Ελβετία και ξεκίνησε καθημερινές πτήσεις, φυσικά μόνο business ή first class.

Σήμερα, η εταιρεία, με τζίρο 200 εκατ. δολάρια ετησίως, διαθέτει στόλο 50 αεροσκαφών και απασχολεί 540 υπαλλήλους. Το νέο highlight είναι το «Dreamliner», που παραγγέλθηκε για να μεταφέρει σταρ του Χόλιγουντ και γνωστούς αθλητές και σχετίζεται και με τη νέα εταιρεία παραγωγής του Π. Κασιδόκωστα, τη «1821». Εννοείται πως και η Μαριάννα Λάτση, με τα τρία της παιδιά, χρησιμοποιούν κάποιο από τα ιδιωτικά αεροσκάφη, ενώ για τις εντός Ελλάδος μετακινήσεις τους πολλές φορές επιβαίνουν σε ιδιωτικά ελικόπτερα, καθώς κάποιες από τις θαλαμηγούς της οικογένειας διαθέτουν ελικοδρόμιο.

Τα αεροσκάφη της οικογένειας Λάτση έχουν χρησιμοποιηθεί από τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, τη Μάργκαρετ Θάτσερ και τον πρίγκιπα Κάρολο μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Ο Ωνάσης έκανε την αρχή

Την αρχή έκανε πριν από αρκετές δεκαετίες ο Αριστοτέλης Ωνάσης. Ο Έλληνας κροίσος, πριν ακόμη αποκτήσει την Ολυμπιακή Αεροπορία, διατηρούσε για τις μετακινήσεις του δύο ιδιωτικά αεροσκάφη. Ωστόσο, όταν απέκτησε τον δικό του ιπτάμενο στόλο, προτιμούσε τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής για τις μετακινήσεις του.

Ο μεγάλος αντίπαλος του Αριστοτέλη Ωνάση, ο Σταύρος Νιάρχος, δεν μπορούσε παρά και αυτός να έχει τα δικά του αεροσκάφη. Δύο πολυτελή Learjets χρησιμοποιούσαν ο ίδιος και τα στελέχη του για τις μετακινήσεις τους, αν και συχνά ο Νιάρχος προτιμούσε first class στην Ολυμπιακή, καθώς τότε ήταν σύμβολο κύρους. Την ακριβή του συνήθεια έχουν κληρονομήσει και τα εγγόνια του, Σταύρος και Ευγενία, που με ιδιωτικά jets και οι δύο κάνουν τις διακοπές τους μαζί με τους επώνυμους φίλους τους.

Σήμερα, τα παιδιά του Σταύρου Νιάρχου έχουν ένα υπερσύγχρονο Empraer Legacy και δύο ελικόπτερα Sikorscy, που σχεδόν μόνιμα είναι σταθμευμένα ή στην Ελβετία ή στη Νέα Υόρκη.

Τα χρόνια της οικονομικής ευμάρειας –στη δεκαετία του ’90–,οι Έλληνες εκατομμυριούχοι άρχισαν να αγοράζουν ιδιωτικά αεροπλάνα και ελικόπτερα.

Μίνως Κυριακού, Δημήτρης Κοντομηνάς, Σωκράτης Κόκκαλης, Βαρδής Βαρδινογιάννης, Θεόδωρος Αγγελόπουλος ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στο club.

Μάλιστα, ο ιδιοκτήτης της τηλεόρασης του Αlpha ίδρυσε και τη δική του αεροπορική εταιρεία, την Interjet, με έξι αεροπλάνα και ελικόπτερα, η οποία κάποτε ήταν η τρίτη στην Ελλάδα, μετά την Ολυμπιακή και την Aegean.

Εκτός από τον Κυριακού, οι υπόλοιποι αποχώρησαν από τους αιθέρες και πούλησαν τα αεροσκάφη τους.

Σύμφωνα με πληροφορίες, Gulfstream G500 διαθέτει σήμερα ο ιδιοκτήτης του ΑΝΤ1, ο οποίος έχει στην κατοχή του έναν συναρπαστικό στόλο από παλαιά αεροπλάνα. Ο λόγος για περίπου 15 με 20 μαχητικά, βομβαρδιστικά και άλλα αεροσκάφη, που χρονολογούνται από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και βρίσκονται στο Τατόι σε τόσο καλή κατάσταση, ώστε θα μπορούσαν να συστήσουν μουσείο αεροπλάνων.

Χρονολογικά, στο «χρηματιστήριο των αιθέρων» μπήκαν οι εξής:

Βίκτωρ Ρέστης: Σύμφωνα με πληροφορίες, είχε στην κατοχή του από το 2004 ένα αεροπλάνο τύπου Ηawker 800 ΧΡ, μια επένδυση που εξελίχθηκε σε επαγγελματική δραστηριότητα: οι παραγγελίες αεροσκαφών, στις οποίες ακούγεται ότι προχώρησε, έγιναν προκειμένου να ναυλώνονται από υψηλόβαθμα στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων. Οι ίδιες πηγές, ωστόσο, αναφέρουν ότι ο Ρέστης είχε παραγγείλει και ένα αεροσκάφος για προσωπική του χρήση. Ο λόγος για το Lineage 1000 Εmbraer, κόστους περίπου 47 εκατ. δολαρίων. Μεγαλοεφοπλιστής σήμερα, δεν διαθέτει εναέριο μέσο, αφού προχώρησε στην πώληση όλων.

Ο πρόεδρος της ΑΕΚ, Δημήτρης Μελισσανίδης ταξιδεύει με ένα executive jet της Εmbraer, που διαθέτει υπερσύγχρονο εξοπλισμό και κοστίζει 25 εκατ. δολάρια.

Η οικογένεια του επιχειρηματία Βαρδή Βαρδινογιάννη, η οποία ακουγόταν ότι ταξίδευε παλαιότερα με ιδιωτικό αεροσκάφος, τελευταία έχει θεαθεί να μετακινείται με μέσα μαζικής αερομεταφοράς ή να ενοικιάζει ιδιωτικά, κάτι που σημαίνει ότι ιδιωτικό αεροσκάφος δεν βρίσκεται πλέον στην κατοχή της. Διαθέτει, όμως, ελικόπτερο, που χρησιμοποιεί κυρίως ο «Τζίγκερ».

Ελικόπτερο έχει και ο Ανδρέας Βγενόπουλος, που όμως δεν το χρησιμοποιεί συχνά.

Ο επιχειρηματίας Ε. Μυτιληναίος δεν διαθέτει αεροπλάνο και για τις μετακινήσεις του νοικιάζει το αεροσκάφος του Μελισσανίδη, όπως και πολλοί άλλοι εφοπλιστές και βιομήχανοι.

Ο Σωκράτης Κόκκαλης ήταν από τους πρώτους που αγόρασε αεροπλάνο. Ένα Challenger 604, αξίας 25 εκατ. δολαρίων. Το πούλησε, όμως, μερικά χρόνια αργότερα. Το ίδιο έκανε και ο Βαγγέλης Μαρινάκης, σημερινός πρόεδρος του Ολυμπιακού. Επρόκειτο για ένα Sovereign, αξίας 15 εκατ. δολαρίων.

Ο επιχειρηματίας Δημήτρης Κοπελούζος διαθέτει ένα Gulfstream 200, με το οποίο ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για τις επιχειρήσεις του, ενώ ο εφοπλιστής Γιώργος Οικονόμου ένα υπερσύγχρονο Falcon.

Αεροσκάφος έχουν και τα παιδιά του καπετάν Βασίλη Κωνσταντακόπουλου, ιδιόκτητες του «Costa Navarino».

Παλαιοτέρα, ένα Sovereign αξίας 16 εκατ. δολαρίων είχε και ο εφοπλιστής Ιωάννης Κούστας. Επίσης, ο πρόεδρος του Πανιωνίου, Κώστας Τσακίρης, και ο εφοπλιστής Ευάγγελος Πιστιόρης διέθεταν από ένα.

Συνολικά, στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας είναι εγγεγραμμένα περίπου 200 ιδιωτικά αεροπλάνα, όχι ιδιαίτερα ακριβά, που ανήκουν σε αερολέσχες και μεσαίους –από πλευράς οικονομικής άνεσης– Έλληνες λάτρεις των αεροπορικών ταξιδιών.

Ορμητήριο πολλών ιδιωτικών αεροσκαφών είναι το αεροδρόμιο της Πάχης Μεγάρων (καθώς και το Τατόι και διάφορες αερολέσχες), όπως και το «Ελευθέριος Βενιζέλος», με τη διαφορά ότι είναι το πιο ακριβό αεροδρόμιο από όλα. Υπάρχει, ωστόσο, το αίτημα εύρεσης περισσότερων χώρων στάθμευσης ιδιωτικών αεροσκαφών, το οποίο –όπως αναφέρουν κύκλοι της ΥΠΑ– γίνεται προσπάθεια να ικανοποιηθεί από κοινού με το εγχείρημα να αναβαθμιστεί η ιδιωτική αεροπορία. Στο πλαίσιο αυτό, γίνονται συζητήσεις για την εύρεση νέων χώρων και, μεταξύ αυτών, για τη λειτουργία αεροδρομίου VΙΡ αεροσκαφών στην Κομοτηνή, επιλογή που θα συμβάλει στην αποκέντρωση. Όπως και να ’χει, πάντως, τα έξοδα συντήρησης ενός αεροσκάφους κυμαίνονται από 900.000 έως 1,5 εκατ. δολάρια ετησίως. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι φόροι, τα καύσιμα και οι μισθοί του πληρώματος, δεδομένου ότι οι πιλότοι τους –προερχόμενοι συνήθως από την Πολεμική Αεροπορία– είναι ιδιαίτερα ακριβοπληρωμένοι.

Τα αεροσκάφη που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά VΙΡ επιβατών είναι κάτι παραπάνω από πολυτελή. Διαθέτουν σαλόνια, υπνοδωμάτια, γραφεία, κουζίνες και έπιπλα, που κάνουν ξενοδοχεία πέντε αστέρων να ζηλεύουν. Η αγορά ενός τέτοιου αεροσκάφους δεν αποτελεί μόνο επένδυση, αλλά είναι και ζήτημα πρεστίζ, εξ ου και αρκετοί υποψήφιοι Έλληνες ιδιοκτήτες βρίσκονται σε λίστα αναμονής μεγάλων αεροπορικών εταιρειών μαζί με ξένους αγοραστές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι ο νέος τύπος της λεγόμενης «Ferrari των VΙΡ αεροσκαφών», το υπερσύγχρονο Gulfstream G650, είναι τόσο περιζήτητο διεθνώς, ώστε οι πωλήσεις του έχουν εξαντληθεί έως το 2020. Το εν λόγω επίτευγμα της αεροναυπηγικής, το οποίο κοστίζει περίπου 60 εκατ. δολάρια –σημειωτέον, χωρίς το εσωτερικό, το οποίο δημιουργεί ο πελάτης κατά βούληση– ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ελληνική οικογένεια, που δεν μετρά πολλές γενιές στον εφοπλιστικό χώρο, για να εισπράξει αρνητική απάντηση. Το χειρότερο πλήγμα που δέχτηκαν τα μέλη της, ωστόσο, ήταν όταν έμαθαν ότι άλλη παραδοσιακή ελληνική εφοπλιστική οικογένεια κατάφερε να εξασφαλίσει το Gulfstream G650 και με αυτό θα κάνει τις… βόλτες της στους αιθέρες, αφήνοντας στη σκόνη της εκείνους που δεν είχαν την έξωθεν καλή μαρτυρία και τις διασυνδέσεις για να το αποκτήσουν.

Η αγορά ενός καλού αεροσκάφους αποτελεί, βέβαια, επένδυση και αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες, αμέσως μετά την παραγγελία του, το πουλάνε σε Άραβες, Ινδούς και Κινέζους επιχειρηματίες, που… ξεροσταλιάζουν στις λίστες αναμονής των αεροπορικών εταιρειών, με ένα «καπέλο» της τάξης του 30%. Το ίδιο συμβαίνει, ασφαλώς, και με κάποιους Έλληνες νεόπλουτους επιχειρηματίες.

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 2/1

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER