Καμία κοινοβουλευτική εφεδρεία δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή για την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τον λεγόμενο κεντρώο χώρο. Ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε το Ποτάμι, αλλά ούτε και η Ένωση Κεντρώων εμφανίζονται πρόθυμοι να δώσουν σωσίβιο στον πρωθυπουργό, στην περίπτωση που ζητήσει είτε την κοινοβουλευτική τους στήριξη, είτε τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση.
Και οι αποφάσεις των τριών αντιπολιτευόμενων κομμάτων, τουλάχιστον σε αυτήν τη χρονική συγκυρία, είναι συλλογικές για το καθένα. Δεν υπάρχει κανένα στέλεχός τους που να θέλει να προσδεθεί στο άρμα του ΣΥΡΙΖΑ.
Στο ΠΑΣΟΚ, ο φανατικός πολέμιος (δεν δέχεται ν’ ακούσει κουβέντα για συνεργασία) είναι ο τέως πρόεδρος, Ευάγγελος Βενιζέλος, και στην ίδια λογική κινούνται και οι συνδιεκδικητές, τον προηγούμενο Ιούνιο, της ηγεσίας, Ανδρέας Λοβέρδος και Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος. Τα τρία συγκεκριμένα πρόσωπα έχουν στελέχη που τα ακολουθούν, τόσο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα όσο και στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή, με προεξάρχοντες, στο τελευταίο όργανο, τον γραμματέα του, Στέφανο Ξεκαλάκη και, κυρίως, τον προκάτοχό του, ευρωβουλευτή Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος είναι το στέλεχος που ελέγχει τα περισσότερα μέλη της ΚΠΕ.
Αλλά και η ίδια η πρόεδρος του κόμματος, Φώφη Γεννηματά, δεν συζητά καν αυτήν τη στιγμή το συγκεκριμένο ενδεχόμενο. Όπως τόνισε στο «Π» καθημερινός συνομιλητής της «τώρα, έχει έναν και μοναδικό στόχο, την ανάδειξη της σοσιαλδημοκρατίας σε τρίτο και ισχυρό πόλο του πολιτικού συστήματος. Πιθανή συμπόρευση με τον ΣΥΡΙΖΑ θα αδυνάτιζε σοβαρά αυτόν τον στόχο».
Στη ΔΗΜΑΡ
Ίδια ακριβώς κατάσταση και πιο φανατικά κατά της κυβερνητικής συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνεται στη ΔΗΜΑΡ, η οποία αποτελεί τη δεύτερη συνιστώσα της Συμπαράταξης και εκπροσωπείται κοινοβουλευτικά από τον πρόεδρό της, Θανάση Θεοχαρόπουλο.
«Αν θέλαμε να συγκυβερνήσουμε με τον ΣΥΡΙΖΑ, θα ήμασταν ακόμα εκεί ή θα ακολουθούσαμε τον τέως πρόεδρό μας στην προσπάθεια επανασυγκόλλησής του», μας είπε υψηλόβαθμο –από εποχής Φώτη Κουβέλη– στέλεχος του κόμματος.
Τι λέει η Σεβαστουπόλεως
Στο Ποτάμι, το ενδεχόμενο κυβερνητικής συμπόρευσης με τον ΣΥΡΙΖΑ ακούστηκε αμυδρά, μόλις σημειώθηκε η πρώτη εκλογική νίκη του σημερινού πρωθυπουργού. Όμως, η άμεση
ανακοίνωση της συνεργασίας του με τον Πάνο Καμμένο και τους Ανεξάρτητους Έλληνες σήμανε το οριστικό τέλος του ασήμαντου «φλερτ». Πλέον, στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του κόμματος, ούτε ένα από τα έντεκα συνολικά μέλη της δεν επιθυμεί να ανοίξει και πάλι το θέμα. Αντίθετα, όπως είναι γνωστό, ορισμένοι από τους βουλευτές του «καλοβλέπουν» τη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ειδικά μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία της.
Η Ένωση Κεντρώων
Κάπως διαφορετικά αλλά με τον ίδιο παρονομαστή φαίνεται να διαμορφώνεται η κατάσταση στην Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, η οποία έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός αρχηγικού κόμματος.
Πολύ στενός συνεργάτης του κ. Λεβέντη, με τον οποίο συνομιλήσαμε, υπογράμμισε στο «Π» ότι «ο πρόεδρος, παρά το γεγονός ότι το πολιτικό κλίμα μας ευνοεί, δεν επιθυμεί τη διενέργεια πρόωρων εκλογών. Επιμένει ότι η σημερινή Βουλή μπορεί να δώσει νέα φιλοευρωπαϊκή και ισχυρή κυβέρνηση, με τη στήριξη όλων των κομμάτων, πλην της Χρυσής Αυγής και του ΚΚΕ. Μια κυβέρνηση τεχνοκρατών κυρίως, που θα εμφανίσει ισχυρή την Ελλάδα απέναντι στους δανειστές και θα βελτιώσει την οικονομία της».
Απαντώντας σε ερώτησή μας για το αν υπάρχει το ενδεχόμενο μονομερούς σύμπραξης τηςΈνωσης Κεντρώων με τον ΣΥΡΙΖΑ, ο ίδιος επεσήμανε ότι «ο πρόεδρος το έχει πει καθαρά: O κ. Τσίπρας κάνει ένα σοβαρό λάθος την ημέρα, με αποτέλεσμα σε μόλις 14 μήνες να έχουν γίνει περισσότερα λάθη απ’ όσα έχουν σημειωθεί στα τελευταία 40 χρόνια. Επομένως, πώς θα μπορέσει να επιτευχθεί η συνεργασία αυτή;».
Οι πιέσεις
Με την κατάσταση στους τρεις προαναφερθέντες πολιτικούς φορείς να προσλαμβάνει αυτά τα χαρακτηριστικά, η μόνη δυνατότητα του Μαξίμου ν’ αναζητήσει συμμάχους είναι σε μεμονωμένους βουλευτές. Από το ΠΑΣΟΚ, πιο κοντά του μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι η κα Γεννηματά, αλλά είναι βέβαιον ότι στην απίθανη –για τα σημερινά δεδομένα– περίπτωση που λάβει τέτοια απόφαση, δεν θα την ακολουθήσουν τουλάχιστον πέντε βουλευτές, οπότε θα διασπαστεί το κόμμα της.
Πάντως, η ίδια ήταν πιο συγκαταβατική στις πιέσεις που δέχθηκε από τον επικεφαλής της ομάδας των Σοσιαλιστών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,ΤζιάνιΠιτέλα, για το θέμα της κυβερνητικής συνεργασίας, ενώ ο Σταύρος Θεοδωράκης ήταν κατηγορηματικά αντίθετος.
του
ΛΑΖΑΡΟΥ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ
Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ






