Πολιτισμός

«Χρυσή» επέτειος για το Βυζαντινό Μουσείο

 του Γιώργου Λαιμού

Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, με έδρα την Αθήνα, είναι ένα από τα εθνικά μουσεία της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα μουσεία διεθνώς για την τέχνη και τον πολιτισμό των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων. Διαθέτει περισσότερα από 25.000 αντικείμενα, οργανωμένα σε συλλογές, τα οποία χρονολογούνται από τον 3ο έως τον 20ό αιώνα και προέρχονται κυρίως από τον ευρύτερο ελλαδικό, μικρασιατικό και βαλκανικό χώρο. Φέτος, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (ΒΧΜ) εορτάζει λόγω του ότι κλείνει έναν αιώνα από την ίδρυσή του. Eναν αιώνα προσφορά στην τέχνη και στον πολιτισμό. Επίσης, το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο τιμήθηκε φέτος κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Ημέρας των Μουσείων από το Ελληνικό Τμήμα του Διεθνούς Συμβουλίου των Μουσείων (ICOM), για την προσφορά του στην προστασία, στη μελέτη και στην προβολή του βυζαντινού πολιτισμού.

 «Είναι ένα μουσείο στο οποίο πρέπει να έρθει κάθε επισκέπτης της πρωτεύουσας, πόσο μάλλον από ομόθρησκες χώρες», είχε τονίσει πριν από λίγες ημέρες σε σχετική συνέντευξη Τύπου ο υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος. Με την ευκαιρία της επετείου του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, η «Συμμαχία για την Ελλάδα» γύρισε αφιλοκερδώς σε συνεργασία με το ΥΠΠΟΑ διαφημιστικό βίντεο για την ιστορία και τις συλλογές του, που, όπως είπε ο εκπρόσωπος του μη κερδοσκοπικού αυτού φορέα κ. Γιώργος Καλούδης, θα μεταδίδεται από τα κανάλια, αλλά και σε πλήθος άλλων χώρων, όπως δημόσιοι οργανισμοί, πλοία, θεραπευτήρια κ.ά. Τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο κ. Τάκης Ζερβουλάκος, τη μουσική συνέθεσε ο κ. Σταύρος Ξαρχάκος και παρουσιαστής είναι ο κ. Γιώργος Χωραφάς. «Συμμετείχα με μεγάλη χαρά σε αυτή την πρωτοβουλία», είπε ο διάσημος ηθοποιός. «Πρέπει να στηρίζουμε ο ένας τον άλλο και να αντιλαμβανόμαστε την αξία του πολιτισμού μας. Χτίζεται από πολλές γενιές και δεν πρέπει να τον πνίγουμε. Ο τόπος μας εκπέμπει κάτι πολύ δυνατό. Ακόμα και οι ξένοι που εγκαθίστανται εδώ γίνονται Έλληνες», τόνισε.

 Οι εκθέσεις που φιλοξενούνται στο μουσείο

Στο πλαίσιο, των επιστημονικών δράσεων, με μουσεία και ιδρύματα του εξωτερικού, το ΒΧΜ συνεργάζεται με το Μουσείο Cluny στο Παρίσι, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Γαλλίας, αφιερωμένο στη μεσαιωνική εποχή, και ξεκινά κύκλο εκθέσεων με τον γενικό τίτλο « Βυζάντιο και Δυτικός Μεσαίωνας». Σκοπός είναι η εκ παραλλήλου παρουσίαση και σύγκριση καλλιτεχνικών, θεολογικών, κοινωνικών και πολιτιστικών προτύπων Δύσης και Ανατολής κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Στη συγκεκριμένη έκθεση, η οποία εντάσσεται στο πρόγραμμα «Ελλάς-Γαλλία-Συμμαχία 2014», κεντρικό πολύτιμο έκθεμα αποτελεί μια λίθινη φορητή Αγία Τράπεζα δυτικής τέχνης, που χρονολογείται στις αρχές του 11ου αιώνα και προέρχεται από το Μουσείο του Cluny. Επίσης, η εγκατάσταση της εικαστικού Καλλιόπης Λεμού με τίτλο «ΔΕΗΣΕΙΣ» στον προαύλιο χώρο του Βυζαντινού Μουσείου συνδέεται με τον ανθρώπινο αγώνα για τη ζωή. Σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, το Μουσείο επιλέγει να εκθέσει ένα σύγχρονο έργο τέχνης που αναδεικνύει τη διαπολιτισμικότητα, την αλληλεγγύη, την ισονομία και την ειρήνη. Μια αυθεντική βάρκα, εγκαταλειμμένη πια, που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά μεταναστών, καλύπτεται με περισσότερα από 10.000 τάματα, τυποποιημένα ή χειροποίητα από κουτάκια αλουμινίου, χαραγμένα με τα ονόματα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης μεταναστών. Μία από τις σημαντικότερες εκθέσεις είναι οι « Ομιλούσες εικόνες». Τον 15ο αιώνα εμφανίστηκε στην Ευρώπη ένα ιδιαίτερο είδος θρησκευτικής ζωγραφικής με πρωτότυπα εικονογραφικά θέματα εμπλουτισμένα με εκτενή κείμενα. Οι παραστάσεις αυτές αποτελούσαν ουσιαστικά έναν νέο τύπο εικόνας, ένα είδος εικονογραφημένου κηρύγματος. Οι «ομιλούσες εικόνες» αξιοποιήθηκαν ως μέσο πολεμικής στο πλαίσιο των έντονων αντιπαραθέσεων που αναπτύχθηκαν τον 16ο και τον 17ο αιώνα σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες με επίκεντρο τις μεταρρυθμίσεις στην Εκκλησία και στην κοινωνία. Οι θρησκευτικοί αυτοί πίνακες διαδόθηκαν σε όλο τον χριστιανικό κόσμο μέχρι τον 19ο αιώνα. Στην έκθεση παρουσιάζονται τρεις τέτοιες εικόνες: Η Σοφία του Θεού, Η Δίκη του Χριστού και ο Ζωντανός Σταυρός. Ολες ανήκουν στη συλλογή εικόνων του Βυζαντινού Μουσείου. Η έκθεση εντάσσεται στον θεσμό «Το έκθεμα του μήνα» που εισήγαγε το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ο θεσμός αυτός είναι ευρύτατα διαδεδομένος στα μεγάλα ευρωπαϊκά μουσεία και στοχεύει στην παρουσίαση αντικειμένων από τις μουσειακές συλλογές, που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά.

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου (ΒΧΜ) δεν αρχίζει με τον ιδρυτικό του νόμο το 1914, αλλά συνδέεται άμεσα με την ιστορία της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (ΧΑΕ), που ιδρύεται το 1884. Ιδρυτικό μέλος και γενικός γραμματέας της ΧΑΕ ήταν ο Γεώργιος Λαμπάκης, γραμματέας της βασίλισσας Ολγας. Ο Λαμπάκης πρωτοστάτησε στην ίδρυση της ΧΑΕ και υπήρξε ο ουσιαστικός δημιουργός της συλλογής της. Κύριο μέλημα των ιδρυτών της ΧΑΕ ήταν η δημιουργία μουσείου, που βρήκε στέγη το 1890 στα γραφεία της Ιεράς Συνόδου, για να καταλήξει το 1893 σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου και φιλοξενήθηκε έως το 1923.
Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ιδρύεται τελικά το 1914 με τον Νόμο 401. Διοικείται από Εφορευτική Επιτροπή με επικεφαλής τον πρίγκιπα Νικόλαο και διευθυντή τον καθηγητή Αδαμάντιο Αδαμαντίου. Το 1923 ο βασικός πυρήνας των συλλογών του είχε ήδη σχηματιστεί. Η συλλογή γλυπτών δημιουργήθηκε από έργα που είχαν περισυλλεχθεί από τα μνημεία της Αττικής και είχαν συγκεντρωθεί στο Θησείο και στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Οι συλλογές εικόνων, μικροτεχνίας, χειρογράφων και υφασμάτων συγκροτήθηκαν τόσο από αγορές και δωρεές έργων, όσο και από την κατάθεση κειμηλίων που προέρχονταν από μονές της Ελλάδας και από διαλυμένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1923, ανέλαβε διευθυντής του μουσείου ο Γεώργιος Σωτηρίου, έφορος Βυζαντινών Αρχαιοτήτων από το 1915. Αμέσως μετά τον διορισμό του, ενσωματώνεται στο μουσείο η συλλογή της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Στόχος του νέου διευθυντή ήταν να αναδείξει το μουσείο στο «κατ’ εξοχήν εθνικόν Μουσείον της Ελλάδος», που θα αποτελούσε και « πρότυπον Μουσείον ολοκλήρου της Ανατολής». Ο Σωτηρίου οργάνωσε τις συλλογές που είχε καταρτίσει η Εφορευτική Επιτροπή κατά τα προηγούμενα έτη και τις παρουσίασε για πρώτη φορά στο κοινό το 1924 σε πέντε αίθουσες της Ακαδημίας Αθηνών.

Κύριο μέλημα του Σωτηρίου παρέμενε η ανεύρεση μόνιμης στέγης που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός εθνικού μουσείου. Τελικώς, το 1930, το μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη «Villa Ilissia», ένα συγκρότημα κτηρίων κοντά στις όχθες του ποταμού Ιλισσού, το οποίο είχε χτιστεί από τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη το 1848 για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, δούκισσα της Πλακεντίας. Οι απαραίτητες αναμορφώσεις στο εσωτερικό του κτηρίου έγιναν από τον αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχο. Ο Σωτηρίου οργάνωσε την έκθεση με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα. Τα εγκαίνια του μουσείου έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1930 με την ευκαιρία του Γ΄ Διεθνούς Βυζαντινολογικού Συνεδρίου. Η σημαντικότερη, πάντως, αλλαγή ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν άρχισε η επέκταση των χώρων του μουσείου, με στόχο την επανέκθεση των συλλογών του. Το 2004 ολοκληρώθηκε η επανέκθεση των παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών συλλογών του Μουσείου, ενώ η παρουσίαση των μεταβυζαντινών συλλογών ολοκληρώθηκε το 2010.

Το Βυζαντινό Μουσείο του 21ου αιώνα συγκροτείται στη βάση μιας εντελώς νέας μουσειολογικής πρότασης, που υπακούει στις απαιτήσεις της σύγχρονης μουσειολογίας.

Τα τελευταία έτη το ΒΧΜ προωθεί διακρατικές συνεργασίες

Ερωτηθείς η διευθύντρια του Μουσείου, κ. Λαζαρίδου για τη συμβολή του Συλλόγου φίλων του Μουσείου αλλά την προσωπική της σφραγίδα μετά από την πολυετή θητεία της στο «τιμόνι» του ΒΧΜ τόνισε: «Ο Σύλλογος των φίλων του Μουσείου με βάση το καταστατικό του βοηθά και προωθεί τις δράσεις και τους σκοπούς του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Σήμερα, μέσα σε πρωτόγνωρες συνθήκες που ζει η χώρα, τα μουσεία καλούνται να παίξουν ένα ενεργότερο ρόλο και να υποστηρίξουν ότι ο πολιτισμός δεν είναι παράγωγος ύφεσης αλλά παράγοντας κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης. Το ΒΧΜ σήμερα όσο ποτέ άλλοτε πρέπει να αποδείξει ότι η κοινωνία που το δημιούργησε έχει όφελος να το χρησιμοποιεί. Σε εποχή κρίσης απαιτείται μια συντεταγμένη πολιτική δράσεων, μια συνεχής εγρήγορση, μια συνεπής στάση, ένας μακρόπνοος σχεδιασμός. Η εκθεσιακή πολιτική απαιτεί συντονισμένες προσπάθειες, διευρυμένες συνεργασίες, αίσθηση συλλογικότητας. Τα τελευταία έτη το Μουσείο, προωθεί τη διακρατική συνεργασία, διευρύνει το δίκτυο συνεργασιών με επιστημονικούς φορείς της χώρας και του εξωτερικού, συμμετέχει σε ευρωπαϊκά προγράμματα, αξιοποιεί τη διεθνή εμπειρία. Η ενίσχυση αυτών των πρακτικών συνεργασίας αποσκοπεί εκτός των άλλων στη βέλτιστη αξιοποίηση των μουσειακών αντικειμένων και των μουσειακών συλλογών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να υπομνηματισθεί πχ η προσωρινή αντικατάσταση λαμπρών αντικειμένων του Β. Μουσείου λόγω συμμετοχής τους στη μεγάλη έκθεση Heaven and Earth που οργανώνει η χώρα μας στις ΗΠΑ, στην  (Ουάσιγκτον, Λος Άντζελες και Σικάγο), με σπουδαίες εικόνες από το Μουσείο της Καστοριάς-προσωρινά κλειστό-προσφέροντας μια νέα ευκαιρία στο κοινό να δει  νέα αντικείμενα μέσα στη μόνιμη έκθεση, εντεταγμένα απολύτως μέσα στη μουσειολογική ροή της επανέκθεσης.  Οι συνεργασίες με την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων των Δελφών, Το πανεπιστήμιο Αθηνών, Την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή είναι επίσης χαρακτηριστικά δείγματα γραφής αυτής της πολιτική, συνεργασίες σημαντικές, που προάγουν την  επιστημονική γνώση, διευρύνουν τις ομάδες κοινού. Τέλος, το Μουσείο είναι ανοιχτό στο κοινό θέτοντας νέους στόχους και συναρθρώνει τη μουσειακή πράξη με τα σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα».

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER