«Είναι ζήτημα αρχής να μη σχολιάζουμε εθνικές νομικές διαδικασίες». Αυτό απάντησε ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μαργαρίτης Σχοινάς, ερωτηθείς σχετικά με την υπόθεση του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ Ανδρέα Γεωργίου.
Σε ό,τι αφορά στην αξιοπιστία και την ορθότητα των στοιχείων της ελληνικής στατιστικής υπηρεσίας την περίοδο 2010-2015, υπό την προεδρία του Α. Γεωργίου, ο ίδιος ανέφερε πως η Επιτροπή έχει δηλώσει «ξεκάθαρα» την άποψή της σε επιστολή προς τις ελληνικές αρχές τον Αύγουστο του 2016.
Τέλος, ο Μ. Σχοινάς εξέφρασε την «πεποίθηση» της Επιτροπής ότι το σύστημα με το οποίο λειτουργεί πλέον η στατιστική υπηρεσία σε συνέχεια των «θεμελιωδών αλλαγών στη νομοθεσία» και των «απαραίτητων εγγυήσεων» που εισήχθησαν προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα όποια προβλήματα υπήρχαν στο παρελθόν με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑT, είναι «αποτελεσματικό».
Οι Βρυξέλλες εμφανίζονταν ενοχλημένες από το πρωϊ, με τον χειρισμό της υπόθεσης του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, αφού, μόλις λίγα εικοσιτετράωρα από την εκταμίευση της δόσης των 7,7 δισεκατομμυρίων ευρώ από το Eurogroup, στη βάση της υπόσχεσης της Αθήνας ότι θα κλείσει η υπόθεση, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Δημοσιεύματα αναφέρουν ότι τη στιγμή που Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθούν να βοηθήσουν την Ελλάδα να επιστρέψει στην κανονικότητα, η Αθήνα εμφανίζεται αδύναμη να εκπληρώσει τη δική της υποχρέωση, που συνδέεται άμεσα με την περίφημη ιδιοποίηση του προγράμματος.
Εντός των επομένων ωρών αναμένεται η επίσημη αντίδραση των Βρυξελλών, και όπως αναφέρουν καλά πληροφορημένες πηγές δεν θα είναι ιδιαίτερα κολακευτική για την συγκεκριμένη υπόθεση, αναφέρουν τα δημοσιεύματα.
Αν και η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε επιθυμεί ούτε παρεμβαίνει στο έργο της ελληνικής δικαιοσύνης, ωστόσο οι ενέργειες της Eurostat και η εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων δεν εμπίπτουν στην εθνική δικαιοδοσία. Για τον λόγο αυτό και ήταν προϋπόθεση η πληρωμή των δικαστικών εξόδων του Ανδρέα Γεωργίου.
Οι θέσεις των ευρωπαίων εταίρων
Για την συγκεκριμένη περίπτωση οι ευρωπαίοι εταίροι μας έχουν πολύ συγκεκριμένες θέσεις, δηλαδή, ότι το έλλειμμα του 2009 ανέρχονταν στο 15,1% του ΑΕΠ. Η μεθοδολογία υπολογισμού του μπορεί να είναι μόνον εκείνη της Eurostat, δηλαδή η ESA 95 και αργότερα η ESA 2010.
Σύμφωνα με τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ένωσης ουδέν εθνικό δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να κρίνει ή να πιστοποιεί τη μεθοδολογία της Eurostat, καθώς επίσης, τα στοιχεία του 2010 πιστοποιήθηκαν από τη Eurostat, μετά από επιτόπιο έλεγχο της Eurostat και της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών της Κομισιόν.
Επίσης, το Συμβούλιο των χωρών-μελών –συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας έχει δεχθεί αυτά τα στοιχεία- και πάλι ουδέν εθνικό δικαστήριο έχει αρμοδιότητα επί των αποφάσεων του Συμβουλίου των κρατών-μελών.
Η χώρας μας δεν εντάχθηκε στα μνημόνια με έλλειμμα 15,1%, αλλά με έλλειμμα 12,5%, μετά την αναθεώρηση του Απριλίου του 2010 σε 13,7%. Το 15,1% ήταν η τελική καταγραφή το φθινόπωρο του 2010. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα προαναφερόμενα αποτελούν νόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας και πρέπει να εφαρμόζονται.
Αν κάποιος επιθυμεί να στηρίξει την ιδέα του συνέβη και πόσο ήταν το έλλειμμα του 2009 θα πρέπει να προσφύγει στο Δικαστήριο της ΕΕ, εναντίον του ελληνικού δημοσίου και της Eurostat.
Η νέα αναίρεση
Στο μεταξύ, την Τετάρτη 19 Ιουλίου η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ξένη Δημητρίου άσκησε νέα αναίρεση για την υπόθεση του πρώην επικεφαλής της ΕΛΣΤΑΤ, Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος είχε απαλλαγεί πρόσφατα –για δεύτερη φορά- με βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών της Αθήνας.
Η Εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου έκανε δεκτή αίτηση για αναίρεση του βουλεύματος με το οποίο απηλλάγη ο Ανδρέας Γεωργίου από την κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης, αδίκημα σε βαθμό κακουργήματος το οποίο αφορούσε τις καταγγελίες περί διόγκωσης του ελλείμματος του 2009, με αποτέλεσμα να διευκολυνθεί, κατά τους καταγγέλλοντες, η υπαγωγή της χώρας σε μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, μνημόνια.
Σύμφωνα με πληροφορίες η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου άσκησε την αναίρεση εντοπίζοντας στο απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών για Γεωργίου νομικούς λόγους, για τους οποίους και εισηγείται την επανεξέταση της υπόθεσης.






