«Εγώ τους πολιτικούς μου αντιπάλους δεν τους στέλνω στα δικαστήρια. Οι πρωθυπουργοί κρίνονται στις κάλπες, στις συνειδήσεις των πολιτών και στις σελίδες της Ιστορίας». Αυτή είναι η άποψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και την εξωτερίκευσε σε στενούς συνεργάτες του.
Φανερώνει τη βούλησή του, σύνεση και ωριμότητα.
Αν μη τι άλλο, ο πρωθυπουργός πείθει ότι δεν αγνοεί το διδακτικό παρελθόν. Αντιθέτως παραδειγματίζεται. Ο ιδρυτής της ΝΔ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, είναι παγκοίνως γνωστό ότι είχε πει πως «έναν πολιτικό δεν τον διώκεις, αλλά τον στέλνεις σπίτι του». Αλλά θυμόμαστε και την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο για το «βρόμικο ’89». Μετετράπη τότε ένας ασθενής πολιτικός σε ηγέτη που κέρδισε τις εκλογές του ’93 από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην παραπομπή του Ανδρέα.
Το σκάνδαλο της Novartis έχει πολλά πλοκάμια. Δωροδοκίες, χορηγίες, παροχές, φυσικά με εμπλοκή εκατοντάδων προσώπων. Και οι διαστάσεις του, επίσης, είναι πολυπλόκαμες και καυτές, καθώς έχουν προκληθεί τα τελευταία χρόνια αναταράξεις σε κόμματα, στην ιατρική κοινότητα, στη Δικαιοσύνη και την κοινωνία.
Προφανείς, φυσικά, είναι οι σκοπιμότητες, που συνοδεύονται από προσπάθειες συγκάλυψης ευθυνών, παραπλάνησης και συσκότισης των ερευνών κ.ο.κ.
Σε μια ευνομούμενη Πολιτεία, οι εξελίξεις που αφορούν στο εν λόγω σκάνδαλο θα ήταν εντελώς διαφορετικές. Ο καθείς, ανάλογα με τον βαθμό και το «είδος» της εμπλοκής του, όποιος κι αν ήταν αυτός, θα είχε υποχρεωθεί να καθίσει στον αντίστοιχο πάγκο του. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, έχουν παρατηρηθεί πολλές εκτροπές και έχει χαθεί ο στόχος, που θα έπρεπε να είναι η ουσιαστική –χωρίς χρονοτριβές και εξυπηρετήσεις ποικίλων σκοπιμοτήτων– διερεύνηση των σκανδάλων και η απόδοση ευθυνών.
Έχει πάντως την ξεχωριστή σημασία του ο χειρισμός που γίνεται από την πλευρά της κυβέρνησης, γιατί πράγματι διακρίνεται από ωριμότητα και σύνεση.
Δεν είναι δυνατόν, παρά τη μείζονα σημασία της, αυτή η υπόθεση να μονοπωλεί την πολιτική επικαιρότητα και ιδίως να αποπροσανατολίζεται η κυβέρνηση και να χάνει τη στοχοπροσήλωσή της. Σωστά, δηλαδή, επέλεξε να μη ρίξει «λάδι στη φωτιά», άσχετα από το αν εκτιμηθεί η βούλησή της.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως προείπαμε, έχει διδαχθεί από παρόμοια καυτά πολιτικά σκηνικά του παρελθόντος και δεν εννοεί να «ηρωοποιήσει» τον κ. Τσίπρα και να κατηγορηθεί για ρεβανσισμό έναντι του προκατόχου του.
Πρόκειται για μια δύσκολη επιλογή, που δεν είναι κιόλας εσωκομματικά ανέφελη, υπό την έννοια ότι υπάρχει μία μειοψηφική μερίδα εντός της ΝΔ που θα ήθελε να φθάσει «στα άκρα» ο κ. Μητσοτάκης τον βασικό πολιτικό του αντίπαλο.
Εξάλλου, έχουμε την αίσθηση ότι ο πρωθυπουργός έλαβε την απόφαση που όλοι ξέρουμε και αφορά σε σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τον Δημ. Παπαγγελόπουλο, συνεκτιμώντας ότι το σκάνδαλο της Νovartis δεν εδράζεται στη λογική του άσπρου-μαύρου. Αν αντιλαμβανόμαστε σωστά τους χειρισμούς του, η πεποίθησή του είναι πως η σκευωρία, που είναι στημένη από κέντρα και παράκεντρα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και της Δικαιοσύνης, είναι το ένα σκέλος μιας εκρηκτικής υπόθεσης που έχει και πολλά άλλα σκοτεινά και αδιερεύνητα σημεία, τα οποία ουδείς μπορεί να γνωρίζει αν φωτισθούν ή όχι στο μέλλον.
Ο κ. Μητσοτάκης λοιπόν έχει επιδείξει τη μέγιστη δυνατή προσοχή, διότι ουδείς μπορεί να προδικάσει εξελίξεις που σήμερα δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν, πολύ δε περισσότερο όταν αυτές είναι πιθανό να επηρεασθούν και από τον «εξωτερικό παράγοντα».
Από την άλλη πλευρά, εκτιμάται ότι και ο κ. Τσίπρας, που έχει τα δικά του εσωκομματικά ζόρια, δεν ευνοείται από μια μετωπική αντιπαράθεση, τούτο τον καιρό, με τον κ. Μητσοτάκη. Συνεχώς θα χάνει πόντους, καθότι στα μάτια της κοινωνίας ο κ. Μητσοτάκης φαντάζει ως ο μόνος πρωθυπουργός που τα τελευταία χρόνια ό,τι έχει πει μέχρι τώρα, το έχει κάνει. Προηγείται, δηλαδή, παρασάγγας από τον κ. Τσίπρα σε αξιοπιστία.
Και ας μη θεωρηθεί ότι υπάρχει κάποια προσυνεννόηση μεταξύ τους. Είναι εμφανές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει την πρωτοβουλία όλων των πολιτικών κινήσεων, διότι πολύ απλά είναι αντικειμενικά κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό.
Για την ανάγκη συμπύκνωσης των προεκτεθέντων, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι με πολλή σωφροσύνη χειρίζεται από την πολιτική του σκοπιά το σκάνδαλο της Novartis ο κ. πρωθυπουργός.
Αφενός αξιοποιεί τις εμπειρίες του από εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές, που έζησε μέσα στο ίδιο του το σπίτι (αναφερόμαστε στο «βρόμικο ’89» και στο «βρόμικο ’93») και δεν θέλει να μπει η χώρα σε τέτοια περιδίνηση και αφετέρου υπηρετεί τη μείζονα αποστολή της κυβέρνησης, που είναι η αναπτυξιακή φυγή του τόπου προς τα εμπρός, χωρίς να χάνει το μυαλό της, αναλώνοντας δυνάμεις σε αντιπαραθέσεις για τη Novartis που όζουν, απ’ όπου κι αν τις«πιάσει» κανείς.
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






