Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στα Βαλκάνια και την επεκτατική πολιτική των Τιράνων, που οραματίζονται τη Μεγάλη Αλβανία, παρατηρήσαμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο για τα πετρέλαια της γειτονικής χώρας.
Η Αλβανία, με πληθυσμό 3.020.209 κατοίκους, και έκταση 28.748 τετραγωνικά χιλιόμετρα, έχει ημερήσια παραγωγή πετρελαίου 23.930 βαρέλια. Οι ημερήσιες ανάγκες της είναι 28.000 βαρέλια περίπου και, σύμφωνα με τις πληροφορίες, έχει αποθηκευμένα (και για στρατιωτική χρήση) 168.300.300 βαρέλια.
Η Σερβία, για να υπάρξει ένα μέτρο σύγκρισης, έχει πληθυσμό 7.209.764 κατοίκους, έκταση 77.474 τετραγωνικά χιλιόμετρα και έχει παραγωγή πετρελαίου 23.160βαρέλια ημερησίως. Οι ημερήσιες ανάγκες της είναι 81.540 βαρέλια την ημέρα και έχει (αποδεδειγμένα) 77.500.000 βαρέλια.
Τι κάνει άραγε η Ελλάδα;
Επί της παρούσης, η ελληνική παραγωγή βρίσκεται στα 2.000 βαρέλια ημερησίως, από το κοίτασμα του Πρίνου στον κόλπο της Καβάλας, το οποίο εκμεταλλεύεται η Energean Oil&Gas.
Μόλις 2.000 βαρέλια. Έχει ημερήσια κατανάλωση περίπου 285.000 βαρέλια και, σύμφωνα με όσες πληροφορίες διαθέτουμε, έχει αποθεματικό 10.000.000 βαρέλια.
Πρόσθετη παραγωγή μέσα στα επόμενα χρόνια μπορεί να υπάρξει από το Κατάκολο (επίσης από την Energean Oil&Gas), αν και τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Τα διυλιστήρια είναι συνολικά τέσσερα: τρία (ΕΛΠΕ), στον Ασπρόπυργο, την Ελευσίνα και τη Θεσσαλονίκη, και ένα (Motoroil) στην Κόρινθο.
Είναι εμφανές πως κάτι δεν κάνουμε καλά.
Βλέπουμε πως η Ελλάδα, με τα τόσο πλούσια κοιτάσματα, δεν εκμεταλλεύεται τον ίδιο της τον πλούτο, και αυτό σημαίνει εξάρτηση από τις εισαγωγές αλλά και από τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου.
Το πρόβλημα, λοιπόν, που δημιουργείται είναι διττό.
Αφενός μεν πλήττονται βάναυσα η ελληνική οικονομία και η αγοραστική δύναμη του Έλληνα, αφετέρου δε πλήττεται η στρατιωτική ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ως προς το οικονομικό είναι σαφές πως οι ενεργειακές εισαγωγές δημιουργούν σχέση εξάρτησης. Καμία χώρα δεν μπορεί να έχει παραγωγή πλούτου, όταν είναι εξαρτημένη από τις εισαγωγές Ενέργειας.
Βασικό στοιχείο κάθε παραγωγικής διαδικασίας είναι η πρόσβαση σε φτηνή Ενέργεια. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να υπάρξει επένδυση βιώσιμη. Σημειώστε σε αυτά τα στοιχεία πωςμε το 4ο μνημόνιο έρχεται μία άγρια φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών και των αγροτών. Υψηλότατοι φορολογικοί συντελεστές, υψηλότατες ασφαλιστικές εισφορές και φυσικά προκαταβολές φόρου. Όλα αυτά πλέον του ενεργειακού κόστους.
Για να γίνει αντιληπτό, θα αναφέρουμε κάποια στοιχεία που δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Η Ελλάδα μαζί με την Πορτογαλία είναι οι χώρες στην Ευρώπη των «15» που είναι οι πιο εξαρτημένες από τις επιδοτήσεις των Βρυξελλών.
Ο εθνικός προϋπολογισμός συμμετέχει σε ποσοστό μόλις 18% στη διαμόρφωση του αγροτικού εισοδήματος (λιγότερο από τον ΦΠΑ, που είναι στο 19%) με τη μορφή διευκολύνσεων στον αγροτικό τομέα (επιστροφή ΦΠΑ, αγροτικό πετρέλαιο κ.λπ.), ενώ η εμπορική τιμή των προϊόντων δεν καλύπτει πάνω από το 1/3 του εισοδήματος. Αντίθετα, στη Γαλλία οι έμμεσες εθνικές ενισχύσεις, με τη μορφή ακόμη και εξαγωγικών επιδοτήσεων,υπερβαίνουν το 50% του αγροτικού εισοδήματος, στη Γερμανία το 60% και στις Σκανδιναβικές χώρες το 80%.
Όλα αυτά, τη στιγμή που ο ενεργός πληθυσμός της χώρας που απασχολείται με τον πρωτογενή τομέα αποτελεί το 12%, ωστόσο συμμετέχει στη διαμόρφωση του ΑΕΠ με μόλις 2,9%, εκ των οποίων ένα μεγάλο μέρος είναι οι κοινοτικές ενισχύσεις (περίπου 1,5% του ΑΕΠ). Το 80% των κοινοτικών ενισχύσεων το καρπούται το 20% του αγροτικού πληθυσμού.
Τέλος, αξίζει να τονιστεί πως αγρότες και κτηνοτρόφοι είναι οι πλέον χρεωμένοι στις τράπεζες στην Ευρώπη, ενώ ένα 40% του αγροτικού πληθυσμού έχει υποθηκευμένα τα περιουσιακά του στοιχεία.
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στους κτηνοτρόφους που, πέραν του ενεργειακού κόστους (έχει αναλυθεί επαρκώς), έχουν να αντιμετωπίσουν και το υψηλό κόστος των εισαγόμενων ζωοτροφών.Ανέρχεται στο 60%-70% του κόστους παραγωγής για τους κτηνοτρόφους.Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σόγια, η υπ’ αριθμόν 1 πρωτεϊνούχος ζωοτροφή, που ωστόσο δεν στάθηκε δυνατόν να παραχθεί στην Ελλάδα με ανταγωνιστική τιμή στην αγορά.
Πανεπιστημιακοί και ερευνητές υποστηρίζουν πως η χώρα μας θα μπορούσε να αξιοποιήσει υποπροϊόντα των γεωργικών βιομηχανιών (π.χ. βαμβακόπιτα, φλούδα πορτοκαλιού) για τάισμα ζώων ή αποθεμάτων του πρωτογενούς τομέα (π.χ. αξιοποίηση φλούδας ρυζιού, κοτσανιών από τεύτλα κ.ά.), κάτι που δεν γίνεται. Άρα βλέπουμε πως ο ένας τομέας πλήττει τον άλλον.
Θα έλεγε κανείς πως οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν επιθυμούν την παραγωγή πλούτου.
Για το στρατιωτικό σκέλος τα δεδομένα είναι σαφή. Μία χώρα που έχει υψηλά αποθεματικά πετρελαίου μπορεί να αντέξει μία χρονοβόρα επίθεση αντιπάλου. Σκεφτείτε μία επίθεση κατά της Ελλάδας. Θα έχουμε το πλεονέκτημα της άμυνας και της γνώσης της γεωγραφίας. Θα έχουμε όμως περιορισμένο χρόνο αντίστασης.
Αν, επιτέλους, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν κατανοήσουν πως η ενεργειακή απεμπλοκή από τις εισαγωγές είναι ζωτικής σημασίας για την χώρα μας, τότε τίθεται θέμα επιβίωσης της Ελλάδας. Μόνο μέσω της απεμπλοκής από τις ενεργειακές εισαγωγές θα μπορέσει σιγά-σιγά να γίνει και απεμπλοκή από τις εισαγωγές γενικότερα.
Πρέπει γρήγορα η χώρα μας να κινηθεί άμεσα στο να συνάψει συμμαχίες με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, ώστε να πάψει να είναι υπόδουλη των ξένων συμφερόντων.
του Κυριάκου Βελόπουλου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 13/5





