Τύχη αγαθή επιφύλαξε στην πατρίδα την ενασχόληση του Κωστή Στεφανόπουλου με τα κοινά και την εκλογή του στο ύπατο πολιτειακό αξίωμα. Ήταν τύχη, όντως, που επικράτησε στο ανελέητο «μπρα ντε φερ» της –με τις ατυχίες και τις αποτυχίες της– πολιτικής διαδρομής του.
Όχι μόνο τύχη, ασφαλώς. Γιατί η ζωή και ο τόπος απέδωσαν, τελικά, όσα έπρεπαν και αναλογούσαν στον Πρόεδρο όλων των Ελλήνων.
Τίποτα, βέβαια, δεν προοιώνιζε στο μακρινό 1958 ότι ο Κωστής θα τελευτούσε μέσα στην καθολική αναγνώριση. Και τούτο διότι από τότε και έως τις βουλευτικές εκλογές του 1964 απογοητεύτηκε τρεις φορές από τη δοκιμασία του στην κάλπη.
Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε πει στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ότι «οι ψηφοφόροι μάς ερωτεύονται, αλλά δεν μας παντρεύονται (ψηφίζουν)». Ταίριαζε το ευφυολόγημα, κατά μία έννοια, στην περίπτωση του Κωστή. Τον «ερωτεύονταν» οι συμπατριώτες του, όταν τον άκουγαν να αγορεύει στο δικαστήριο, ωστόσο τρεις φορές δεν τον εξέλεξαν βουλευτή. Ποιος ξέρει; Ίσως να ήθελαν το «αηδόνι» τους στο κλουβί!
Ευτυχώς, όμως, το ’64 τα κατάφερε και έκτοτε η φήμη του θα εκτεινόταν πέραν των συνόρων της Αχαΐας. Η δικτατορία ανέστειλε τις δημοκρατικές λειτουργίες και τα πολιτικά, συλλογικά και ατομικά δικαιώματα, αλλά ο Κωστής –συνεπής στις αρχές του– δεν σιώπησε.
Με έναν δικό του τρόπο πάντα, εξέφραζε τις διαφωνίες του και ο αντιδικτατορικός λόγος του ήταν μεστός και «εκκωφαντικός», όταν υπερασπιζόταν μαχητές της αντίστασης.
Η Μεταπολίτευση βρήκε τον Κωστή στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
Έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι ο Εθνάρχης επηρέασε καταλυτικά τον πολλά υποσχόμενο, τότε, Αχαιό πολιτικό. Θα αποδεικνυόταν στην πορεία ότι δεν «στέρεψε» η ψυχή μόνο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, για να φέρει την ενότητα και την ομόνοια στον τόπο. Και του Κωστή η ψυχή «στέρεψε». Αφενός διότι οι αρχές του τού υπαγόρευαν να μην ακολουθεί την «πεπατημένη» κατά την άσκηση των υπουργικών καθηκόντων του. Το κακώς εννοούμενο ρουσφέτι και ο λαϊκισμός είχαν απέναντί τους του Κωστή. Αφετέρου, διότι, διεκδικώντας την αρχηγία της ΝΔ –ιδίως με αντίπαλο τον Μητσοτάκη–, κατάλαβε πλήρως ότι δεν ήταν αρεστός στο κατεστημένο της εποχής.
Ο δικός του κόσμος, της λαϊκής Δεξιάς, όπως τον είχε γνωρίσει από τον πατέρα του, Δημήτρη, συμμαχητή του Γούναρη, δεν είχε καμία σχέση με τον νεοφιλελευθερισμό του Μητσοτάκη.
Πήρε, λοιπόν, την απόφαση της «μοναχικής» πορείας με τη ΔΗΑΝΑ, χωρίς να φαντάζεται ότι αργότερα αυτή η πορεία θα ενείχε τη θέση υποθήκης.
Δεν χρωστούσε πουθενά, δεν εξαρτιόταν από κανέναν και ταυτόχρονα είχε αποθησαυρίσει εμπειρίες, οι οποίες θα του χρησίμευαν αργότερα.
Πάντα νηφάλιος, πάντα ήρεμος, πάντα «τετράγωνος», έδινε, εν μέσω πολιτικών Συμπληγάδων, ευδιάκριτο στίγμα αποφασιστικότητας.
Σε μια ομιλία του στη Βουλή, για τον Νόμο που έδινε υπερεξουσίες στη διαπλοκή τής, υπό εξέλιξη, «τηλεδικτατορίας», ο λόγος του ήταν καταπελτώδης. Η διορατικότητά του, παροιμιώδης. Η στάση του, γενικά, ασυμβίβαστη.
Η ΔΗΑΝΑ δεν ευδοκίμησε και ο Κωστής βρέθηκε το 1994 στην πολιτική «απομόνωση». Ευτυχώς, μόλις για έναν χρόνο, γιατί το 1995 προτάθηκε από τον Σαμαρά για την Προεδρία της Δημοκρατίας και συμφώνησε ο Ανδρέας Παπανδρέου, προκειμένου να αποφευχθούν πρόωρες βουλευτικές εκλογές.
Επρόκειτο, ασφαλώς, για τη μεγάλη επιστροφή και την απόλυτη δικαίωση. Παρέλαβε τα πολιτειακά «κλειδιά» από τον μέντορά του, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.
Βαριά η κληρονομιά και βαρύτατες οι ευθύνες, παρά τις «εκμηδενισμένες» αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, καθότι ο τόπος, ελέω Α. Παπανδρέου, κινείτο στη σφαίρα της «πρωθυπουργικής μοναρχίας».
Ο Κωστής, όμως, δεν εννοούσε να συμπεριφερθεί σαν… διακοσμητής του Πολιτεύματος. Ανέδειξε και προέκτεινε τον ρόλο του με ισχυρούς συμβολισμούς και σπουδαίες παρεμβάσεις, πάντα διακρινόμενος για την υψηλή πολιτειακή του ευθύνη και έχοντας υψηλόφρονα συναίσθηση του εθνικού καθήκοντός του.
Ήταν ο Πρόεδρος της πραγματικής εθνικής ενότητας. Έχοντας την καταστατική ευθύνη ρύθμισης του Πολιτεύματος, αποτέλεσε τον απόλυτα φερέγγυο εγγυητή της κοινωνικής ενότητας.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1999, ο Κωστής εξωτερίκευσε, με μια ιστορική ομιλία του, την πατριωτική υπερηφάνεια του Έλληνα. Ήταν η στιγμή που είχε φιλοξενούμενο και συνδαιτυμόνα του τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον.
Το αποκορύφωμα της απόλυτης δικαίωσης το βίωσε ο Αχαιός πολιτικός τον επόμενο χρόνο. Επανεξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με 269 ψήφους, στηριζόμενος από τα δύο μεγάλα κόμματα (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ). Ήταν ο πρώτος που έτυχε σχεδόν καθολικής στήριξης. Ήταν ο πρώτος που έτυχε σχεδόν καθολικής στήριξης. Όχι τυχαία. Όχι χαριστικά. Κάθε άλλο!
Η Ελλάδα ευτύχησε να συμπορευτεί με τον Κωστή, με αυτήν την κορυφαία προσωποποίηση του ήθους, της εντιμότητας, της ακεραιότητας και της πατριωτικής συνείδησης. Αυτά ακριβώς τα προτερήματα του αείμνηστου Προέδρου της Δημοκρατίας είναι εκείνα τα οποία πρέπει να σηματοδοτήσουν την πορεία της χώρας στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε. Γιατί το μέλλον μιας χώρας εξαρτάται από τον σεβασμό που δείχνει στη μνήμη και τις παρακαταθήκες όσων την υπηρέτησαν, «στεγνώνοντας» την ψυχή τους!
Άρθρο του Νίκου Νικολόπουλου – Ανεξάρτητος βουλευτής και πρόεδρος του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος Ελλάδος
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο το Σάββατο 3/12





