Η άνοδος της εγκληματικότητας στην Αττική, και ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών, το τελευταίο διάστημα, προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αστυνομίας, για το πρώτο εξάμηνο του 2019, είχαμε κατά μέσο όρο στην Αττική 10 ληστείες την ημέρα, 129 κλοπές και διαρρήξεις, 37 κλοπές Ι.Χ., 9 υποθέσεις ναρκωτικών και 3 παραβάσεις του νόμου περί όπλων.
Το ίδιο χρονικό διάστημα, είχαμε μια δολοφονία κάθε 8 ημέρες και έναν βιασμό κάθε 7 ημέρες. Παρ’ όλο δε που το ποσοστό των εξιχνιάσεων είναι υψηλό σε ορισμένες κατηγορίες εγκλημάτων, όπως οι ανθρωποκτονίες και οι υποθέσεις ναρκωτικών, δεν ισχύει το ίδιο για τις ληστείες και για τις κλοπές-διαρρήξεις, όπου εξιχνιάζονται λιγότερες από δύο στις δέκα υποθέσεις. Το σημαντικότερο, ωστόσο, στάδιο στη μάχη κατά της εγκληματικότητας είναι αυτό της πρόληψης της τέλεσης των αδικημάτων. Κι εκεί φαίνεται να υπάρχει έλλειμμα, τουλάχιστον όσον αφορά την Αττική.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η καταπολέμηση της εγκληματικότητας και η εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών πρέπει να αναδειχθούν σε βασική προτεραιότητα της Πολιτείας. Κάθε οργανωμένο κράτος έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την τήρηση των νόμων, να προστατεύει τη ζωή και την περιουσία των πολιτών, αλλά και βασικά δικαιώματα: το δικαίωμα στην εργασία και στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, το δικαίωμα στη μετακίνηση.
Η επιχειρηματική κοινότητα αναδεικνύει σταθερά το ζήτημα αυτό τα τελευταία χρόνια, καταθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις. Μεταξύ αυτών είναι η στήριξη των ομάδων ΔΕΛΤΑ και ΔΙΑΣ, η απαλλαγή της Αστυνομίας από δραστηριότητες που βρίσκονται εκτός του πλαισίου της αποστολής της, η ενίσχυση των περιπολιών στις πόλεις και στις γειτονιές, με ένστολη αστυνόμευση σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου, η ενίσχυση του εξοπλισμού προστασίας και η επένδυση στη διαρκή εκπαίδευση των αστυνομικών. Παράλληλα θα πρέπει, με την προώθηση των κατάλληλων παρεμβάσεων, να εμποδιστεί νομοθετικά η απελευθέρωση των καταδικασμένων για βαρύτατα ποινικά αδικήματα. Εξίσου απαραίτητη είναι η αυστηρή εφαρμογή της νομοθεσίας για τη φθορά της δημόσιας περιουσίας, ώστε να σταματήσουν οι βανδαλισμοί στο μετρό, στα λεωφορεία, στα δημόσια κτίρια, στην ιδιωτική περιουσία.
Ζήτημα προτεραιότητας αποτελεί, επίσης, για την αγορά η αντιμετώπιση της ασύδοτης δράσης των κυκλωμάτων παρεμπορίου, την ώρα που χιλιάδες νόμιμες επιχειρήσεις δίνουν αγώνα για να διατηρήσουν τους τζίρους τους και να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Τα Επιμελητήρια αναδεικνύουν συστηματικά το πρόβλημα από το 2006, με μελέτες, υπομνήματα και προτάσεις για μέτρα αντιμετώπισης, αλλά και με ειδική εκστρατεία ενημέρωσης των καταναλωτών. Μέχρι στιγμής, η αντίδραση της Πολιτείας θα χαρακτηριζόταν ως αποσπασματική, με αποτέλεσμα το παρεμπόριο να συνεχίζει να στερεί δισεκατομμύρια ευρώ από την αγορά και τα δημόσια ταμεία. Είναι, λοιπόν, καιρός να εξεταστεί θετικά η πρόταση των Επιμελητηρίων, η οποία περιλαμβάνει τη σύσταση Ειδικού Σώματος Δίωξης, την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης στις περιοχές, όπου ανθεί η παράνομη εμπορική δραστηριότητα, τον αποτελεσματικό συντονισμό μεταξύ των διάφορων ελεγκτικών οργάνων και την αυστηρή εποπτεία και δημιουργία δικλείδων ενάντια στη διαφθορά και στη συναλλαγή, ανάμεσα σε κυκλώματα και επίορκους κρατικούς λειτουργούς.
Για να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά, η Ελλάδα χρειάζεται ένα κράτος το οποίο θα μπορεί, αν μη τι άλλο, να διασφαλίσει τα στοιχειώδη: την τήρηση των νόμων από όλους, αλλά και την προστασία της ασφάλειας και των δικαιωμάτων των πολιτών. Είναι καιρός να προχωρήσουμε με αποφασιστικότερα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση.
του Κωνσταντίνου Μίχαλου
Πρόεδρος ΚΕΕΕ και ΕΒΕΑ
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





