Διερωτώμαι πόσοι ακόμη πιστεύουν ότι «η ελπίδα έρχεται», όπως ήταν το προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, όταν διεκδικούσε την εξουσία. Διότι αυτό που ήρθε ήταν τελικά ένα…τυπογραφικό λάθος. Ένας αναγραμματισμός στα δύο πρώτα γράμματα της λέξης. Το έψιλον παραχώρησε τη θέση του στο λάμδα. Και η ελπίδα έγινε…λεπίδα, με την οποία πετσοκόβονται δικαιώματα, μισθοί, συντάξεις, ό,τι τέλος πάντων είχε απομείνει από τους προηγούμενους.
Τότε, ο Αλέξης Τσίπρας και οι σύντροφοί του ανέβαιναν στα τρακτέρ των αγροτών, υποστηρίζοντας όλα τα αιτήματά τους. Όπως έτρεχαν άλλωστε πίσω, αλλά συχνάκις και προπορευόμενοι, σε κάθε πορεία, διαδήλωση, κατάληψη, παντός διεκδικούντος. Προσφέροντας πολιτική κάλυψη «επί δικαίων και αδίκων».
Τώρα, οι μεν αγρότες δεν θέλουν ούτε καν να συναντηθούν με τον πρωθυπουργό, ο δε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, Βαγγέλης Αποστόλου, ανακαλύπτει οψίμως ότι οι αγρότες που εξεγείρονται είναι «ακροδεξιοί». Και ας είναι οι ίδιοι εκείνοι τους όποιους έσπρωχναν τότε σε ξεσηκωμό τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Οι αγρότες δεν άλλαξαν. Άλλαξε,όμως, φορεσιά και σουσούμια το κόμμα της «ριζοσπαστικής Αριστεράς». Πήρε τα χούγια της εξουσίας.
Τότε που η κυβέρνηση του «σοσιαλιστή» Γιώργου Παπανδρέου ανακοίνωνε αύξηση του εισιτηρίου των αστικών συγκοινωνιών από 1,20 σε 1,40 ευρώ, ο Αλέξης Τσίπρας ξεσπάθωνε από τα έδρανα της αντιπολίτευσης κατηγορώντας την κυβέρνηση για αναλγησία:«Κάποιοι εργαζόμενοι των 700 ευρώ θα χρειάζονται ένα μηνιάτικο για να πάνε στη δουλειά τους», τόνιζε. Και κατήγγειλε την κυβέρνηση ότι «διαλύει το δημόσιο σύστημα συγκοινωνιών».
Τώρα που ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων δεν ανήκει πια στη «γενιά των επτακοσίων ευρώ», αλλά βλέπει τα επτακόσια ευρώ μόνο σε όνειρο, καθώς μιλάμε πια για τη γενιά των 480, η κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου αυξάνει τα εισιτήρια (που τα είχαν μειώσει σε 1,20 οι… νεοφιλελεύθεροι με τον Χρυσοχοΐδη) σε 1,40 ευρώ, χωρίς βεβαίως να την απασχολεί πόσο μέρος του νέου, μειωμένου εισοδήματός τους, θα χρειάζονται οι εργαζόμενοι για να κινηθούν.
Τώρα η ΕΛΠΙΔΑ έγινε ΛΕΠΙΔΑ. Όμως, όποιος παίζει με τις λεπίδες, πετσοκόβοντας τις ελπίδες, όποιος ακροβατεί επί ξυρού ακμής, κάποια στιγμή θα ανακαλύψει, οδυνηρώς, ότι έχει τραυματιστεί βαρύτατα και ο ίδιος.
Στο ίδιο έργο θεατές
Τότε που ανθούσαν οι κινηματογραφικές αίθουσες, ως χώρος ψυχαγωγίας των πολλών, υπήρχαν κινηματογράφοι που άρχιζαν τις προβολές τους από το μεσημέριέως τα μεσάνυχτα.Μπαίναμε οποιαδήποτε στιγμή. Βλέπαμε την ταινία έως το τέλος και μετά πάλι από την αρχή, μέχρι το σημείο που είχαμε μπει. Όταν κάποιος πιο «κολλημένος» με τον κινηματογράφο επέμενε να κάθεται, οι άλλοι τού φώναζαν: «Άντε, εδώ ήρθαμε, το είδαμε αυτό, πάμε να φύγουμε».
Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα παρακολουθώντας την προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή. Σαν έργο που το είχα ξαναδεί. Ίδιο σενάριο. Ίδια σκηνοθεσία. Με αλλαγές μόνο στο «καστ» των πρωταγωνιστών. Μόνο από επαγγελματική διαστροφή δεν έκλεισα την τηλεόραση, προτρέποντας εαυτόν «εδώ ήρθαμε, πάμε να φύγουμε».
Τι παρακολουθήσαμε; Άλλη μια φορά την αιώνια «μονομαχία» στον ελληνικό βάλτο. Οπού είθισται, έκπαλαι, οι εκάστοτε κυβερνώντες να ρίχνουν όλες τις ευθύνες, αποκλειστικώς, στις προηγούμενες κυβερνήσεις και να υπερηφανεύονται για τα δικά τους «επιτεύγματα». Οι δε ασκούντες την αντιπολίτευση και προϋπάρξαντες ως κυβερνήτες να επαίρονται ότι παρέδωσαν τη χώρα σε άριστη κατάσταση, αλλά την καταστρέφουν οι σημερινοί.
Η διαφορά από τις ταινίες της παλιάς εποχής είναι ότι εκεί, συνήθως, είχαμε το περίφημο «happyend». Οπού στο τέλος πάντοτε νικούσαν οι κάλοι και θριάμβευε το δίκαιο. Εδώ γνωρίζουμε ότι το έργο θα έχει πιο «ρεαλιστική» κατάληξη. Διότι οι χαμένοι θα είναι οι συνήθεις ύποπτοι. Οι πιο αδικημένοι. Εκείνοι που δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις τσιμπίδες είτε των ασφαλιστικών εισφορών είτε των φορολογικών συνεισφορών. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι και οι «μοναχικοί καβαλάρηδες» της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι «μικροί».
Και, φευ, δεν μπορούμε να πούμε «πάμε να φύγουμε». Η ζωή δεν είναι κινηματογράφος.
Όψιμες ομολογίες για πρώιμες ψευδολογίες
Βρήκα ιδιαίτερα συναρπαστική τη συνέντευξη του προέδρου της Βουλής, Νίκου Βούτση, στην «Καθημερινή». Διότι σε πολλά πράγματα ο λόγος του ξέφευγε από την τυπική πολιτική φρασεολογία, ιδίως δε από την ξύλινη κομματική γλωσσά της κατεστημένης Αριστεράς, που έχει μάθει να παπαγαλίζει εκφράσεις άλλων δεκαετιών. Όπως, για παράδειγμα, η άκρως περιγραφική, στη νεωτερικότητά της, φράση που χρησιμοποίησε για τη συμπεριφορά της προκατόχου του, Ζωής Κωνσταντοπούλου: «Η γυναίκα έχει απασφαλίσει».
Το πιο ενδιαφέρον,όμως, σημείο ήταν η ομολογία του κ. Βούτση για το πώς πορεύθηκαν αυτός και οι σύντροφοί του κατά την πρώτη περίοδο της επτάμηνης διακυβέρνησής τους:
«Φλερτάραμε με πολλές αυταπάτες, ως απεδείχθησαν, για Κινέζους, για Ρώσους, για Ντράγκι, για το μέτωπο του Νότου, που έρχεται, αλλά καθυστερημένα. Υπήρχαν εναλλακτικές στην τακτική μας, που δεν στηρίζονταν στον υπαρκτό συσχετισμό δυνάμεων, άρα μπορεί να τις ονομάσει κανείς πολιτικές αυταπάτες».
Αυτό που ηπίως χαρακτηρίζει, οψίμως πλέον, ως «αυταπάτες» ο Νίκος Βούτσης έχει βεβαίως και μιαν άλλη εκδοχή: Λέγαμε ψέματα στους πολίτες ότι έχουμε «εναλλακτικές λύσεις». Αυτή είναι η ουσία της ομολογίας. Απλώς καθίσταται ηπιότερη με τον ισχυρισμό ότι έλεγαν τα ίδια ψέματα και εις εαυτούς. Και πιστεύοντας σε αυτά τα ψέματα, μας οδήγησαν στο δραματικό αδιέξοδο του καλοκαιριού, με το κλείσιμο των τραπεζών, αλλά και συνολικά πολύ πίσω από εκεί που είχε φτάσει η χώρα πριν αναλάβουν την εξουσία.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν, πλέον, έχουν απαλλαγεί από όλες τις αυταπάτες τους. Αν τώρα λένε την πλήρη αλήθεια στον ελληνικό λαό, αλλά και στον εαυτό τους. Στους βουλευτές, στα στελέχη, στους ψηφοφόρους τους. Δυστυχώς, δεν είναι καθόλου εύκολο να πιστέψουμε ότι πράγματι τέλειωσαν και τα ψέματα και οι αυταπάτες.
Διότι τα «παρατράγουδα» συνεχίζονται. Από τη μια ακούμε τις επίσημες κυβερνητικές ανακοινώσεις με τις οποίες χαιρετίζεται ως μέγα επίτευγμα η συμφωνία με τους Κινέζους για την παραχώρηση του ΟΛΠ. Και από την άλλη τις δηλώσεις του υπουργού Ναυτιλίας, Θεόδωρου Δρίτσα, που επιτίθεται στο ΤΑΙΠΕΔ με την κατηγορία ότι ήταν υπερβολικό σε παραχωρήσεις προς την COSCO. Και αναπετάσσει τα αγωνιστικά του λάβαρα, υποσχόμενος… κατόπιν συμφωνίας ότι «αυτή η κυβέρνηση δεν θα ξεπουλήσει τον ΟΛΠ».
Ίσως αυτό να μην περιγράφεται με την λέξη «αυταπάτη». Διότι είναι σκέτη, πολιτικάντικη, απάτη.
Του Γιώργη Μασσαβέτα





