
Του ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Τον Ιανουάριο του 2007 και εν μέσω προτάσεων εξαγοράς κυπριακών τραπεζών, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄ έκανε δηλώσεις αναφορικά με τη στάση που πρέπει να κρατήσουν οι επενδυτές. Συγκεκριμένα, είπε: «Κάλεσα τον λαό να είναι σε εγρήγορση κι αν οι μετοχές φουσκώσουν να μην τις πουλήσουν, για να μην έλθει σε ξένα χέρια η Τράπεζα Κύπρου. […] Αυτή είναι η συμβουλή της Εκκλησίας. […] Επιθυμία της Εκκλησίας Κύπρου είναι να αφεθούν ελεύθερες οι κυπριακές τράπεζες να διεξάγουν το έργο τους στην Κύπρο κι όταν λήξει το εθνικό θέμα, ας κάνουν ό,τι θέλουν. Ό,τι δεν πέτυχαν οι εχθροί της Κύπρου με το δημοψήφισμα ή το Συμβούλιο Ασφαλείας, δεν μπορούμε να ανεχθούμε να το καταφέρουν με το οικονομικό, γιατί αν μας υποδουλώσουν οικονομικά, το εθνικό μας θέμα θα πάει σε άλλα χέρια και ο λαός μας θα αναζητήσει πατρίδες αλλού».
Στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου αρέσει πολύ να τον αποκαλούν απλώς «παπά», διότι έτσι, όπως λέει ο ίδιος, αισθάνεται να έχει αγκαλιά όλο το μαρτυρικό νησί. Το γεγονός είναι ότι με την άμεση και σθεναρή στάση του, αμέσως μετά τη δημοσιοποίηση του στραγγαλισμού της Κύπρου από τους Ευρωπαίους εταίρους, έρχεται από αρκετά μακριά σε πολιτικό συμβολικό και θεσμικό επίπεδο για τη Μεγαλόνησο. Ο ρόλος της Εθναρχούσης Εκκλησίας στην Κύπρο έχει κατοχυρωθεί από τότε που ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος στάθηκε ως το μοναδικό «αποκούμπι» για το πολύπαθο κύτταρο του ελληνισμού που κείται μόνο του στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η δήλωση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χρυσοστόμου, με την οποία ξεκινήσαμε το ρεπορτάζ, έγινε πριν από έξι χρόνια και αποδεικνύεται προφητική, γιατί ο φωτισμένος ιεράρχης «δεν μιλάει μόνο με τον Θεό», αλλά και με επιχειρηματίες. Η Εκκλησία της Κύπρου έχει κατακτήσει από παλιά το δικαίωμα να ασκεί οικονομική πολιτική, αφού σε δύο από τις κρισιμότερες καμπές στην ιστορία του κυπριακού Ελληνισμού, το 1955 και στην τουρκική εισβολή το 1974, η πολιτική ηγεσία ήταν καλά κρυμμένη πίσω από τα ράσα φωτισμένων ιεραρχών και αυτό έγινε κάτι σαν παράδοση στη μετέπειτα πορεία της Κύπρου.
Ο κατά κόσμον Ηρόδοτος Δημητρίου, γεννημένος σε σκληρά χρόνια στην Πάφο, είναι βέβαιο ότι την ώρα της μεγάλης κρίσης, όταν διατύπωσε τις θέσεις που διατύπωσε, δεν εκτόξευε πομφόλυγες, ούτε έκανε κάποια επιχείρηση πολιτικού εντυπωσιασμού. Είναι δεδομένο ότι οι διέξοδοι που περιέγραφε για την Κύπρο ήταν στεριωμένες σε επαφές, προσεκτικής μελέτης δεδομένων και συνεννόησης, με ισχυρούς ταγούς τής εντός και εκτός Κύπρου οικονομικής και πολιτικής ζωής.
Και διπλωμάτης
Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ασκεί διπλωματία και αυτό, για τα πολιτικά ήθη της Μεγαλονήσου, δεν είναι παράξενο. Είναι προφανές ότι ο προκαθήμενος της Εκκλησίας της Κύπρου ενημερώνεται από την πρώτη στιγμή, ενώ άνθρωποι που συνομιλούν μαζί του λένε ότι υποστηρίζει πως η Κύπρος βρίσκεται σε πόλεμο. Όπως και να ’χει, οι κινήσεις του δίνουν μια κάποια προοπτική στην κυπριακή κοινωνία που δεινοπαθεί και για μια ακόμη φορά ψάχνει στήριγμα όχι μόνο στην εθναρχική ρητορεία της Εκκλησίας της Κύπρου, αλλά και στο δεδομένο ταλέντο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου να βρίσκει, όπως λένε οι καλά γνωρίζοντες, πάντα τρόπους προκειμένου να υλοποιήσει ό,τι εξαγγέλλει. Το δεδομένο είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, η φωνή του Αρχιεπισκόπου αποτέλεσε και αυτή ένα μέσο πίεσης και συνεχίζει να συνιστά ένα διαπραγματευτικό όπλο για την Κύπρο.
Μοιραία, λοιπόν, αυτή η στάση της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από την αποτελεσματικότητά της, γεννά συνειρμούς. Συγκρίνει προσωπικότητες και αναδιανέμει πειθαναγκαστικά ρόλους στην ιστορία. Γεννά συνειρμούς με το τι έκαναν στην αντίστοιχη δική μας περιπέτεια οι Έλληνες ιεράρχες, αλλά και απορίες για το αν η κατάσταση θα ήταν η ίδια εδώ, αν στη θέση του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου βρισκόταν ο μακαριστός Χριστόδουλος.





