Σαν σήμερα πριν από δύο χρόνια και ενόσω η χώρα βρισκόταν στο δεύτερο μνημόνιο, ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο πρωθυπουργός σήμερα, Αλέξης Τσίπρας, από του βήματος της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης είχε υποσχεθεί ένα καλύτερο αύριο στον ελληνικό λαό. Είχε αναπτύξει το « πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», δίνοντας άπειρες υποσχέσεις: από τη διαγραφή του ελληνικού χρέους έως την κατάργηση του μνημονίου με ένα άρθρο και έναν νόμο, την ακύρωση του ΕΝΦΙΑ, την αύξηση του κατώτατου μισθού, τη χορήγηση 13ης σύνταξης, την ενίσχυση του αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ για όλους τους πολίτες και άλλα ανεφάρμοστα (σε περίοδο σκληρής λιτότητας), όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια.
Σήμερα και πάλι στη ΔΕΘ, ο κ. Τσίπρας, ενόψει μάλιστα της δεύτερης αξιολόγησης και των γενναίων μεταρρυθμίσεων στα εργασιακά που ζητούν οι δανειστές για να εκταμιεύσουν χρήματα προς την Ελλάδα, θα ήταν παράλογο να δώσει και πάλι νέες ανέφικτες υποσχέσεις.
Μπορεί να μιλήσει για την ανάπτυξη, που θα ερχόταν με την Ανάσταση (αλλά ακόμη να φανεί), για την προσπάθεια της κυβέρνησής του για την αναδιανομή των βαρών από τους πλουσιότερους στους φτωχότερους, για την ελπίδα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Πώς,όμως, θα ακουστούν όλα αυτά τα θεωρητικά στους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι ανέδειξαν τον κ.Τσίπρα κυβέρνηση, ελπίζοντας να τους επιστρέψει όσα τους πήραν από την τσέπη τα μνημόνια;
Και πώς θα ακουστούν, μάλιστα, ενώ θα τους βαραίνουν ο ΕΝΦΙΑ και η σκληρή φορολογία;
Μην μπορώντας, λοιπόν, να δώσει άλλες υποσχέσεις ο κ. Τσίπρας και αδυνατώντας να προσφέρει «άρτο», έδωσε, και θα συνεχίσει να δίνει, «θεάματα». Όσα,όμως, «θεάματα» κι αν επιστρατεύσει, από τη στιγμή που η εμφάνισή του στη ΔΕΘ δεν θα έχει κάποιο πραγματικά ελκυστικό οικονομικό «ρεγάλο» (η αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσε κιόλας να έχει, λόγω μνημονίων), είναι βέβαιο ότι θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του κόμματός του. Και θα τους απογοητεύσει, γιατί ακόμη και πριν από περίπου έναν χρόνο, στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως, λίγο μετά τη συμφωνία με τους δανειστές, είχε υποσχεθεί δύο πράγματα, τα οποία δεν φαίνεται μέχρι τώρα να έχουν μπει σε θετική τροχιά. Πρώτον, ότι θα λάβει όποια μέτρα απαιτηθούν για να μπορέσει η χώρα να ζει με τις δικές της δυνάμεις μετά το 2018 και, δεύτερον, ότι δεν θα λειτουργήσει η Ελλάδα ως μία αποθήκη ψυχών για τις προσφυγικές ροές. Και τα δύο τα υλοποιεί, με όχι όμως τόσο καλή διαχείριση, όπως τον κατηγορεί και η αντιπολίτευση. Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά, όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα δεν φαίνεται να ανακάμπτει και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών μειώνεται έτι περαιτέρω. Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, από τα έσοδα του Ιουλίου, το ΑΕΠ του β΄ τριμήνου, τις εξαγωγές, μέχρι τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, ήταν τα χειρότερα που θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Αν δεν υπάρξει ανατροπή την περίοδο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου (κάτι που μοιάζει απίθανο), τον Οκτώβριο δεν θα υπάρχει κανένας που να πιστεύει ότι μπορεί να βγουν οι επιλογές της κυβέρνησης. Στο μέτωπο του προσφυγικού προβλήματος, από τα πολυδιαφημισμένα hotspots υποδοχής περάσαμε στα κέντρα διαμονής. Αυτό, σε όσους διαθέτουν απλή λογική, σημαίνει ότι, από προσωρινό, το πρόβλημα γίνεται μόνιμο. Και η συζήτηση που ανοίγει για την επιστροφή στην Ελλάδα προσφύγων που προωθήθηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες προφανώς και δεν προμηνύει τίποτε το θετικό. Γι’ αυτό και στη φετινή ΔΕΘ δεν αναμένεται να επικρατήσει εκείνο το πανηγυρικό κλίμα του «προγράμματος Θεσσαλονίκης». Τότε, στη ΔΕΘ του 2014, είχε αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση του ΣΥΡΙΖΑ για την κατάληψη της εξουσίας. Στη φετινή ΔΕΘ να αναμένουμε τι;
Με πανηγυρισμούς (μόνο) δεν κερδίζεις εξουσία
Τα μηνύματα των πρώτων φθινοπωρινών μετρήσεων της κοινής γνώμης φαίνεται πως επιβεβαιώνουν τις θερινές εκτιμήσεις για επιτάχυνση και διόγκωση των τάσεων της περασμένης άνοιξης. Άλλωστε, την ίδια διαπίστωση επιβεβαιώνει και η προσπάθεια της κυβέρνησης εν μέσω του θέρους να αντιστρέψει το κλίμα, με εγκαίνια ημιτελών νοσοκομείων και αεροδρομίων, αλλαγή του εκλογικού νόμου, ικεσίες με περιτύλιγμα απαιτήσεων για γερμανικές αποζημιώσεις και χρέος, βιασύνη για τις τηλεοπτικές άδειες πριν αποφανθεί το ΣτΕ. Και στη μεν κυβέρνηση, με τη δημοσιοποίηση των στοιχείων της έρευνας του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, μπορεί να επικράτησε προβληματισμός, στη ΝΔ όμως γιατί ορισμένα στελέχη «έστησαν χορό»; Θα μου πείτε γιατί όχι, αφού η πρώτη ανάγνωση δείχνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να είναι μπροστά κατά δέκα μονάδες από τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο αρχηγός προηγείται του πρωθυπουργού σε δημοφιλία. Και όμως, μια πιο ουσιαστική ανάλυση των ποιοτικών στοιχείων της έρευνας θα προκαλούσε τουλάχιστον σκεπτικισμό. Διότι, παρά την αύξηση των φόρων, το κόψιμο των συντάξεων, την καθίζηση της οικονομίας, η δημοσκόπηση παρουσιάζει μια πολιτική σταθεροποίηση. Σίγουρα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απολαμβάνει πλέον την εμπιστοσύνη του λαού,στον βαθμό που πριν από έναν χρόνο απολάμβανε.Όμως και η ΝΔ δεν παρουσιάζει ακόμη αυτήν τη δυναμική κόμματος στα πρόθυρα της εξουσίας, βάσει τουλάχιστον των στοιχείων της τελευταίας δημοσκόπησης. Δείχνει να αδυνατεί να εμπνεύσει τις ευρύτερες λαϊκές μάζες και να εδραιωθεί στη λαϊκή συνείδηση ως η αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Ναι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεωρείται εν δυνάμει πρωθυπουργός, αλλά δεν έχει κερδίσει ακόμη την κοινωνία.Θα την κερδίσει, όπως διαφαίνεται και από τη δημοσκόπηση, με ουσιαστικές θέσεις και προτάσεις, με ριζοσπαστική αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση. Η ΔΕΘ προσφέρει στον κ. Μητσοτάκη την ευκαιρία να αναπτύξει τις βασικές αρχές του κυβερνητικού του προγράμματος. Ίσως η ΔΕΘ φέτος να είναι η αρχή για ριζική αναστροφή του κλίματος.
Από τον Φώτη Σιούμπουρα
Όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο το Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2016





