Ένας χρόνος συμπληρώθηκε από την επιβολή των capital controls. Από την αποφράδα εκείνη ημέρα που κάποιοι στην κυβέρνηση διαβεβαίωναν ότι θα διαρκέσουν μόνο μερικές εβδομάδες και, δυστυχώς, ουδείς γνωρίζει πότε θα αρθούν.
Δώδεκα μήνες, όμως, πέρασαν με χιλιάδες λουκέτα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με πτώση της ανταγωνιστικότητας, με μείωση των εξαγωγών, με ύφεση στο -1,3%, με φυγή καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα άνω των 121,5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τραπεζικά στοιχεία.
Ένας ακριβώς χρόνος πέρασε και από την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να οδηγήσει τη χώρα σε ένα αχρείαστο δημοψήφισμα – που έβγαλε «Όχι» και μετονομάστηκε σε «Ναι». Κάνοντας τον απολογισμό σήμερα, είναι βέβαιο ότι ο ένας χρόνος που μεσολάβησε από τότε αρκούσε για να επέλθει η καταστροφή.
Μπορεί να μη ζούμε πια τις δραματικές περυσινές συνθήκες, με τις ατέλειωτες ουρές και τους διαπληκτισμούς έξω από τα ΑΤΜ, αλλά οι συνέπειες των capital controls είναι πια αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Προσαρμοστήκαμε εκόντες- άκοντες στη νέα πραγματικότητα, αλλά οι επιπτώσεις στην οικονομία είναι εδώ και, όπως φαίνεται, θα είναι για πολύ καιρό ακόμα.
Και όλα αυτά γιατί μια κυβέρνηση στην οποία κυριαρχούσαν αυταπάτες, κατά την παραδοχή του ίδιου του πρωθυπουργού, και ιδεοληψίες για τη διαπραγματευτική της θέση, προτίμησε να «παίξει» το μέλλον της χώρας σε ένα δημοψήφισμα (όπως και ο Κάμερον στη Μεγάλη Βρετανία, θα έλεγαν κάποιοι),μην τολμώντας να αναλάβει το βάρος των αποφάσεων που έπρεπε να πάρει. Αποφάσεις, βέβαια, που πήρε στη συνέχεια με δυσανάλογα βαρύ κόστος, μετά την περιβόητη ηρωική 17ωρη διαπραγμάτευση.
Το τι θα σήμανε όμως το «Grexit» μόνο σαν ένα όνειρο-θρίλερ θα μπορούσε να καταγραφεί. Και μόνο τα capitalcontrols που μας… έμειναν δίνουν μια εικόνα για ό,τι θα συνέβαινε. Ακριβώς δώδεκα μήνες μετά την επιβολή τους και οι αρμόδιοι φορείς –υπουργείο και κεντρική τράπεζα– δεν τολμούν ούτε να σκεφθούν τυχούσα άρση τους.
Ευτυχώς, η στροφή Τσίπρα το περασμένο καλοκαίρι διέσωσε την κατάσταση.Η «προσγείωση» του Ιουλίου και Αυγούστου, με τη συμφωνία για το 3ο μνημόνιο, διατήρησε περίπου ομαλή την καταβολή μισθών και συντάξεων, κράτησε ανοιχτές τις τράπεζες και σ’ έναν βαθμό δεν άλλαξε τον τρόπο συναλλαγών με το εξωτερικό.
Το μεγάλο κακό αποφεύχθηκε. Η χώρα παρέμεινε ζωντανή και η επιλογή θα μείνει στην ιστορία ως μια απόφαση που απέτρεψε μια τραγωδία. Το κόστος,όμως, της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την εποχή τωνcapitalcontrols, της «Βαρουφάκειας» δηλαδή κυρίως εποχής του λαϊκισμού, στοίχισε στη χώρα 100 δισ. ευρώ – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του επικεφαλής του ESM, κ. Ρέγκλινγκ.
Τώρα ελπίζεται ότι η χώρα θα μπορεί να βγει από τα μνημόνια και να δανείζεται μόνη της μέσα στο 2018! Κατά πόσο αυτό είναι εφικτό; Είναι, αρκεί οι κυβερνώντες να μην επιστρέψουν στη λογική του άκρατου λαϊκισμού και της κοροϊδίας.
Γιατί πρέπει να γνωρίζουν ότι το βασικό εκλογικό πλεονέκτημα του λαϊκισμού είναι ότι ποτέ δεν προσφέρει λύσεις, αλλά πάντα βρίσκει κάποιον ένοχο για την κατάσταση που ζούμε. Στα καθ’ ημάς, ένοχοι ήταν η κακή Ευρωπαϊκή Ένωση, τα ΜΜΕ, η Μέρκελ, ο Σόιμπλε, ο καπιταλισμός, ο νεοφιλελευθερισμός και το κακό συναπάντημα. Στη Βρετανία, ήταν η «ευρωδικτατορία των Βρυξελλών», το πολιτικό κατεστημένο, η λιτότητα, οι ξένοι κ.λπ. Στα δημοψηφίσματα, όλα μπαίνουν στο «μπλέντερ».
Το θυμικό κερδίζει τη λογική και έρχεται η επόμενη μέρα, που κάποιοι έχουν…αυταπάτες. Οι οποίες ενίοτε πληρώνονται πολύ ακριβά και από αυτούς που τις καλλιεργούν και από αυτούς που τις πιστεύουν. Τώρα που ο κ. Τσίπρας έκανε τη στροφή, τουλάχιστον ας την ολοκληρώσει με συνέπεια και πειθαρχία.
Αν τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και δεν καταφύγει σε λαϊκίστικα κόλπα τύπου «σύμβαση με Cosco», αν συγκροτήσει μια κυβέρνηση αποτελεσματική και αποδοτική,η χώρα θα έχει μεγάλες πιθανότητες να μπει στον δρόμο της ανάπτυξης.Αυτή είναι η μεγάλη του ευθύνη.





