Ούτε η θερινή ραστώνη, που άρχισε τον Ιούλιο, αλλά ούτε και το εορταστικό κλίμα του Δεκαπενταύγουστου στάθηκαν αφορμή να καταλαγιάσουν τα πολιτικά πάθη και αυτήν τη χρονιά.
Αντιθέτως, η σύγκρουση της κυβέρνησης με την αντιπολίτευση και δη την αξιωματική μάς θύμιζε πολλές φορές προεκλογική περίοδο.
Πότε η αντιπαράθεση για τις… εκλογές που (δεν) θα γίνουν και τις τηλεοπτικές άδειες, πότε για το Ελληνικό, πότε για την κατάσταση στην Παιδεία και την Υγεία, το πολιτικό σκηνικό παρέπεμπε σε… ροντέο.
Και καθώς φτάνουμε προς το τέλος της καλοκαιρινής περιόδου, η ένταση αναμένεται να κορυφωθεί, αφού στις… ανήσυχες μέρες του Αυγούστου έρχονται να προστεθούν οι εξελίξεις στην οικονομία, τα προβλήματα της καθημερινότητας καθώς και η επικείμενη πρώτη σύγκρουση με τους «θεσμούς». Η κυβέρνηση ξορκίζει τους φόβους και εκτιμά ότι θα γυρίσει σελίδα, αφού «η ανάπτυξη έρχεται» εντός του β΄ εξαμήνου.
Με δυνατό χαρτί τα μισο-γεμάτα ταμεία, το Μαξίμου ελπίζει ότι θα περάσει γρήγορα η αξιολόγηση και δεν θα χρειαστούν επιπλέον μέτρα, πέραν των μεταρρυθμίσεων που θα γίνουν στην αγορά εργασίας. Αντιθέτως, η ΝΔ βλέπει ραγδαίες εξελίξεις και δημιουργία ενός εκρηκτικού κοινωνικού κοκτέιλ το φθινόπωρο, μια κατάσταση που δύσκολα, λένε, θα αντέξει η κυβέρνηση. Ποιος θα δικαιωθεί θα το ξέρουμε σε λίγες εβδομάδες, όμως είναι σίγουρο ότι αυτός ο Σεπτέμβρης ίσως να είναι κρισιμότερος και από τον περσινό, που ήταν «εκλογικός».
Είτε θα μπουν οι βάσεις για ανάκαμψη της οικονομίας, έξοδο από την ύφεση κι ενίσχυση της εμπιστοσύνης αγορών και επενδυτών είτε θα υπάρξουν δυσάρεστες εξελίξεις που κανείς δεν θέλει να σκέφτεται. Και, τότε, μόνη διέξοδος θα είναι η προσφυγή στην κάλπες – κι ας διαψεύδει τα σχετικά σενάρια η κυβέρνηση.
Ο κ. Τσίπρας, πάντως, έχοντας πλήρη επίγνωση των διαθέσεων που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, ετοιμάζεται για τη μεγάλη στροφή του φθινοπώρου, με την ελπίδα ότι το 2017 θα μπορέσει να επιτύχει το άλμα της ανάπτυξης και να αντιστρέψει, έτσι, το κύμα φθοράς που τον καταδιώκει. «Είναι η τελευταία μας προσπάθεια για να τα καταφέρουμε», λένε χαρακτηριστικά συνεργάτες του, οι οποίοι πιστεύουν ότι μόνο με τη διαχείριση της μνημονιακής περιόδου, «τη διαχείριση, δηλαδή, της φτώχειας», όπως τονίζουν, δεν υπάρχει προοπτική.
Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει –και προς αυτήν την κατεύθυνση πλέον θα κινηθεί– ότι η χώρα έχει ανάγκη από επενδυτές και χρειάζεται νέα κεφάλαια, τα οποία θα αναζητήσει στο εξωτερικό.
«Οι επενδύσεις θα αλλάξουν το περιβάλλον και το κλίμα στην ελληνική οικονομία», επισημαίνει ο πρωθυπουργός, ο οποίος και θα εξαγγείλει στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης το νέο «πολιτικο-οικονομικό σχέδιο», το «νέο δόγμα», δηλαδή, που θα τεθεί σε εφαρμογή αμέσως μετά το προγραμματισμένο για τα τέλη Σεπτεμβρίου Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Στο Συνέδριο, μάλιστα, αυτό ο κ. Τσίπρας, υπό το βάρος της ευθύνης διακυβέρνησης της χώρας και του ρεαλισμού, θα δείξει, λένε συνεργάτες του, σημάδια μεταμόρφωσης και ιδεολογικής – πολιτικής αναθεώρησης.
Μέσα σε αυτά εντάσσεται και το μεγάλο άλμα προόδου και ανάπτυξης της χώρας, η οποία, όπως διατείνεται τώρα ο πρωθυπουργός, γοητευμένος ίσως και από το κινεζικό παράδειγμα, δεν πρόκειται να ορθοποδήσει χωρίς τη διαμόρφωση συνθηκών οικονομικής σταθερότητας και περιβάλλοντος προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Το πώς μπορεί να αλλάξει σήμερα το κλίμα στην αγορά και πώς θα επανέλθει η εμπιστοσύνη από πλευράς επενδυτών προς την κυβέρνηση είναι βεβαίως το ζητούμενο. Το Μέγαρο Μαξίμου υποστηρίζει ότι η εμπιστοσύνη από πλευράς επενδυτών σιγά – σιγά εμπεδώνεται. «Η οικονομία μας», λένε συνομιλητές του πρωθυπουργού, «δεν είναι προς θάνατον.
Σε μακροοικονομική βάση δεν περνάμε τις καλύτερες των ημερών μας, αλλά η σταθεροποίηση δεν είναι πλέον άπιαστο όνειρο». Η αλήθεια είναι ότι τα δημόσια οικονομικά, παρά τις ανησυχίες που ηγέρθησαν από την απόκλιση των εσόδων κατά περίπου 300 εκατ. ευρώ από τον φιλόδοξο στόχο που είχε τεθεί στις αρχές του χρόνου, μοιάζουν εν πολλοίς ελεγχόμενα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Τράπεζα της Ελλάδος επιμένει ότι το 2016 η δημοσιονομική διαχείριση θα αποφέρει πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 0,9% του ΑΕΠ, σημαντικά υψηλότερο του στόχου 0,5%. Ακόμη, δεν είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι ιδιωτικές καταθέσεις, παρά το βάρος των φόρων, αυξήθηκαν κατά 4,5 δισ. ευρώ από τις 24 Μαΐου και εντεύθεν, μετά, δηλαδή, την υπογραφή του νέου μνημονίου με τους εταίρους και δανειστές. «Μπορεί οι αριθμοί να… ευημερούν, γιατί έτσι τους εμφανίζουν, αλλά οι άνθρωποι πένονται και η κυβέρνηση δεν πληρώνει σε ιδιώτες τα 7 δισ. που χρωστάει», λένε κύκλοι της αντιπολίτευσης, οι οποίοι επισημαίνουν ότι οι οικονομικές συνθήκες θα ήταν πολύ καλύτερες, αν η κυβέρνηση ήταν στο σύνολό της προσανατολισμένη στην εφαρμογή των συμφωνηθέντων και οι περισσότεροι υπουργοί δεν έκαναν ό,τι περνάει από το χέρι τους προκειμένου να επιβεβαιώσουν το κλίμα καχυποψίας και αμφισβήτησης. «Όλα τα εμπόδια θα υπερνικηθούν», απαντούν κυβερνητικά στελέχη, «και η στροφή του φθινοπώρου θα οδηγήσει στο ξέφωτο». Πώς θα επιτευχθεί αυτό; Με την υλοποίηση του «νέου δόγματος» Τσίπρα, λένε άνθρωποι του περιβάλλοντός του. Και είναι αυτό που κινείται σε όσα είπε ο πρωθυπουργός πριν από μέρες: «Σήμερα ένα Αριστερό κόμμα πρέπει να έχει ως στόχο την ανάκαμψη της οικονομίας, μέσω επενδύσεων και την αύξηση των θέσεων εργασίας».
Το «δόγμα» θα τεθεί στο Συνέδριο του κόμματος και θα ακολουθήσει αναδόμηση της κυβέρνησης, με σημαντικές αλλαγές προσώπων, ρόλων και αρμοδιοτήτων. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι αν ο ίδιος ο πρωθυπουργός θα πετύχει να μετατρέψει έναν, κατά τους επικριτές του, «μπαλκονάτο λαϊκιστή» σε… «ήπιο Αριστερό» ή Σοσιαλδημοκράτη και η «πρώτη φορά Αριστερά» κυβέρνηση θα καταφέρει να συντονιστεί με τον συγκεκριμένο στόχο. Γιατί με κύριο «χαρτί» τη διεκδίκηση από τη φίλη μας Μέρκελ των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων και του αναγκαστικού δανείου, που ανέσυρε πριν από μέρες ο πρωθυπουργός, με ασταθές πολιτικό περιβάλλον και αμετάβλητο φορολογικό σύστημα, το «νέο δόγμα» ΣΥΡΙΖΑ είναι αμφίβολο αν θα οδηγήσει στην ανάπτυξη.
Του Φώτη Σιούμπουρα





