Καλέ, ποιος Μαρξ, ποιος Ένγκελς, ποιος Λένιν; Εδώ έχουμε δικά μας αστέρια να λάμπουν στον παγκόσμιο ουρανό της «αριστεροσύνης». Που ανοίγουν νέους δρόμους. Όχι σαν τον Βλαντίμιρ Ίλίτς που πήγαινε «ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω». Εδώ τα δικά μας «αστέρια» πετάνε με άλματα.
Όσοι μιλούν ακόμη «για πρώτη φορά Αριστερά», περιορίζοντάς την στα ελληνικά σύνορα, υποτιμούν το μέγα πολίτικο και ιδεολογικό γίγνεσθαι που συντελείται, εδώ και τώρα, κάτω από τη μύτη μας. Και υποβιβάζουν τους πρωταγωνιστές του. Εδώ ανοίγουμε παγκόσμιους ορίζοντες. Διδάσκουμε τι θα πει Αριστερά, να μαθαίνουν και οι κουτόφραγκοι και οι χαχόλοι.
Κανείς άλλος από γενέσεως «ουτοπικού» τε και «επιστημονικού σοσιαλισμού» δεν είχε τέτοιες φαεινές ιδέες. Πώς λύνεις εν ταυτώ δύο προβλήματα με μία κίνηση; Και της ανάπτυξης και το προσφυγικό; Ιδού το αβγό του Κολόμβου, διά στόματος Δημήτρη Μάρδα. Ζητάς από τους πρόσφυγες να ρίξουν έκαστος από διακόσια πενήντα χιλιάρικα για να κάνουν επενδύσεις. Τι δεν καταλαβαίνεις;
Μην κοιτάτε που ποδοπατιούνται, ή ακόμη και μαχαιρώνονται εκεί στις διανομές τροφίμων και άλλων ειδών που προσφέρονται ως βοήθεια, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα γάλα, μια κονσέρβα, ένα ρούχο. Από πλεονεξία το κάνουν. Αν τους ψάξετε, θα βρείτε εκατομμύρια κρυμμένα στα βρακιά τους. Ε, λοιπόν, ήρθε η ώρα να τα βγάλουν, να τα επενδύσουν στην καλπάζουσα ολοταχώς προς την ανάπτυξη ελληνική οικονομία, να ζήσουν αυτοί καλά, αγοράζοντας μια άδεια παραμονής των 250.000 και εμείς καλύτερα.
Είμαι αισιόδοξος ότι οι ιστορικοί του μέλλοντος θα αντιμετωπίσουν με ευρύ πνεύμα τα όσα εμείς ζούμε σήμερα. Θα γράφουν ας πούμε: «Οι υπουργοί του Αλέξη Τσίπρα έλεγαν κάθε τόσο μια… μαρδακία, για να περνά η ώρα».
Τρομοκράτες Made in EU
Ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, με τη συνέντευξή του σε μερικές από τις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές εφημερίδες είπε το αυταπόδεικτο. Ότι, δηλαδή, οι μακελάρηδες που αιματοκύλισαν πρώτα το Παρίσι και μετά τις Βρυξέλλες, δεν είναι εισαγόμενοι. Είναι μουσουλμάνοι που ζουν στην Ευρώπη και, μάλιστα, δεύτερης γενιάς. Παιδιά μεταναστών που φοίτησαν, μεν, στα ευρωπαϊκά σχολεία, αλλά δεν ενσωματώθηκαν στις κοινωνίες των χωρών που έγιναν «δεύτερη πατρίδα» τους.
Το πόσο έχει αποτύχει η πολιτική της ενσωμάτωσης των μουσουλμάνων στις δυτικές κοινωνίες και τον πολιτισμό τους, καταγράφεται από πολλές έρευνες που έγιναν σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Ευρώπης. Μια έρευνα που έγινε από το βρετανικό ερευνητικό κέντρο Policy Exchange, σε περισσότερους από χίλιους Βρετανούς μουσουλμάνους, έδειξε ότι τέσσερις στους δέκα νεαρούς, ηλικίας 16-24 ετών προτιμούν να ζουν υπό το καθεστώς της σαρία, παρά με τους νόμους του βρετανικού κράτους. Και ο φανατισμός έφτανε ως το να υποστηρίζουν ότι όσοι «αποστατούν» από το Ισλάμ θα πρέπει να θανατώνονται.
Σε άλλη έρευνα, που έγινε για λογαριασμό του BBC, μετά τη σφαγή του Charlie Hebdo στο Παρίσι, περισσότεροι από το ένα τέταρτο των ερωτηθέντων εξέφρασαν τη… συμπάθειά τους προς τα κίνητρα των σφαγέων. Και, πάντως, ένας στους τρεις έκρινε τα κίνητρα των τρομοκρατών ως «κατανοητά».
Το πρόβλημα, λοιπόν, υπάρχει στα «σπλάχνα» της Ευρώπης. Υπήρχε σε ηπιότερη μορφή από παλιά. Φάνηκε να υποχωρεί, όσο υποχωρούσε και η αποικιοκρατική δράση της Βρετανίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας. Αλλά το παλιό μισός κατά των αποικιοκρατών ξαναφούντωσε και πολλαπλασιάσθηκε με τους «καουμπόικους» τρόπους δράσης, στη Μέση Ανατολή και τη Λιβύη, αρχικώς των Μπους και Μπλερ, εν συνεχεία των Κλίντον, Σαρκοζί και λοιπών.
Αυτό το μίσος που δηλητηριάζει την ίδια την Ευρώπη, δεν εξαλείφεται με την ισχύ των όπλων. Αν, πράγματι, θέλουμε κάτι να αλλάξει, είναι ανάγκη να πιέσουμε τις δυτικές ηγεσίες για μια περισσότερο πολιτική διαχείριση των προβλημάτων που οι ίδιες δημιούργησαν με τις επεμβάσεις τους, τις οποίες, κατά σχήμα οξύμωρο, ονόμασαν «αραβική Άνοιξη». Πρωτίστως, δε, να πάψουν να «παίζουν» με φανατικούς φονταμενταλιστές, όπως έκαναν στη Συρία. Ώστε το θρησκευτικό μίσος των φανατικών μουλάδων κατά των κοινωνιών των «απίστων», να μην αποκτά και πολιτικά επιχειρήματα, πολιτικό «ιδεολογικό» υπόβαθρο, για τη στρατολόγηση ορκισμένων φονιάδων.
Ναι, είναι πόλεμος
Δεν συμμερίζομαι την εκτίμηση εκείνων που αρνούνται ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με πόλεμο δύο πολιτισμών. Ασφαλώς και περί αυτού πρόκειται. Άλλα όχι με την εκδοχή «χριστιανισμός εναντίον μωαμεθανισμού», όπως υποστηρίζουν μερικοί. Η σύγκρουση είναι ανάμεσα στη Δημοκρατία και τον ολοκληρωτισμό. Τον διαφωτισμό και τον σκοταδισμό. Το κοσμικό κράτος με τους νόμους του, που ψηφίζονται από ανθρώπους για τους ανθρώπους και τον φονταμενταλισμό με τη «σαρία» του.
«Καλοί» και «κακοί», υπάρχουν ένθεν και ένθεν. Και οι εκατέρωθεν κακοί, οι φανατικοί και ρατσιστές και της μιας και της άλλης όχθης, αλληλοϋπηρετούνται. Ο ένας ρίχνει νερό στον μύλο του άλλου.
Η Ευρώπη πρέπει να μείνει το παγκόσμιο κάστρο της ελευθερίας, της Δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της ανοχής. Αλλιώς τη μάχη θα την έχουν κερδίσει οι φασίστες όλων των παραλλαγών. Πολιτικών και θρησκευτικών. Κρατικών και «επαναστατικών» εξουσιών. Και όσο επιτυγχάνουν τον στόχο τους, τόσο θα πολλαπλασιάζονται.
Καθένας τη δουλειά του
Αυτός ο τόπος υποφέρει από πολλά. Αλλά μία από τις χαρακτηριστικότερες αιτίες της κακοδαιμονίας του είναι το ότι πολλοί «περί άλλα τυρβάζουν». Ότι, δηλαδή, αντί να ασχολούνται με τα δικά τους καθήκοντα και να τους καίει η έγνοια πώς θα τα εκτελέσουν αποτελεσματικότερα, για το καλό των πολιτών και του τόπου, είτε οικειοποιούνται τις αρμοδιότητες άλλων είτε αναλίσκονται σε κριτική μόνον των άλλων, αποφεύγοντας επιμελώς να υποβάλουν εαυτούς στη βάσανο της αυτοκριτικής.
Τέτοια είναι η περίπτωση της προέδρου του Αρείου Πάγου, η οποία επειδή πέρασε για λίγες μέρες, λόγω συνταγματικής προβλέψεως, από το μέγαρο Μαξίμου, ως υπηρεσιακή πρωθυπουργός, ξαφνικά «την είδε»… πολιτικός, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συρμού. Και επιχειρεί να επέμβει στον τρόπο λειτουργίας του Κοινοβουλίου. Να ελέγξει τον τρόπο άσκησης του κοινοβουλευτικού έργου, ζητώντας από πολιτική αρχηγό, τη Φώφη Γεννηματά, να… λογοκρίνει τις ερωτήσεις που καταθέτει ο Ευάγγελος Βενιζέλος, επειδή αναφέρονται στις δικές της δραστηριότητες, τις πέραν των θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της.
Και όλα αυτά την ώρα ακριβώς που αποδεικνύεται, με κραυγαλέο τρόπο, ότι η πρόεδρος του ανωτάτου δικαστηρίου, ως φυσική προϊσταμένη της Δικαιοσύνης, «έχει πολύ μαλλί να ξάνει», αν ήθελε, όπως έπρεπε, να ασχοληθεί με τα κακώς κείμενα στον δικό της χώρο. Με απλά λόγια, να κάνει τη δουλειά της. Διότι δουλειά της είναι να εργάζεται ώστε να λειτουργεί σωστά το σύστημα απονομής δικαίου.
Την ώρα, δηλαδή, που ο Γιώργος Ρουπακιάς, ο καθ’ ομολογίαν δολοφόνος του Παύλου Φύσσα, αποφυλακίζεται διότι παρήλθε το ανώτατο προβλεπόμενο όριο προφυλάκισης, από το 2013 που έγινε το έγκλημα, χωρίς να έχει καταφέρει το σύστημα απονομής δικαίου να έχει εκδώσει την απόφασή του.





