Στην Έλλη Τριανταφύλλου
Τη μετατόπιση της Νέας Δημοκρατίας προς το δημοκρατικό Κέντρο, που θα δίνει απαντήσεις στις ακρότητες του δεξιού και αριστερού λαϊκισμού, αναδεικνύει ως τη μόνη εφεξής προοπτική του κόμματός του ο πρώην υπουργός Πολιτισμού, Κώστας Τζαβάρας. Στην εφ’ όλης της ύλης συνέντευξή του στο «Π», ο βουλευτής Ηλείας ασκεί έμμεση, αλλά σκληρή ιδεολογική κριτική στην ηγεσία και σε όσους, λόγω ανασφαλειών, στέρησαν από την παράταξη μια τέτοιας ζωτικής σημασίας επαφή, όπως αυτή της διεξαγωγής έκτακτου συνεδρίου για τα αίτια της ήττας και την επόμενη ημέρα στη ΝΔ.
Φαίνεται ότι βρισκόμαστε στην πιο κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων Αθήνας-Βρυξελλών για την επίτευξη μιας συμφωνίας. Ο πρωθυπουργός μίλησε για αμοιβαία επωφελή συμφωνία που θα προβλέπει χαμηλά πρωτογενή πλεονάσματα για φέτος και το 2016 και θα αποκλείει νέες μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι θα πρόκειται για μία συμφωνία πολύ καλύτερη από αυτή που επιχειρούσε η κυβέρνηση της ΝΔ. Ποια είναι η άποψή σας;
Το πιο χαρακτηριστικό απ’ όσα εντυπωσιακά έχει καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να πραγματοποιήσει, στο μικρό διάστημα των 110 ημερών που κυβερνά, είναι ότι με πανηγυρικούς τόνους έχει υιοθετήσει τη συμπεριφορά εκείνων που κορόιδευε, όταν ήταν στην αντιπολίτευση. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι, ενώ όφειλε να συνεχίσει μια διαπραγμάτευση και να την ολοκληρώσει επιτυχώς για το καλό του τόπου, κατάφερε να την «ξεχειλώσει» τόσο πολύ, ώστε σήμερα κυριολεκτικά να έχει χαθεί μέσα σε διαδικασίες, εναγώνιες αναζητήσεις πολιτικών διευθετήσεων, σε τεχνάσματα διαφυγής από την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων και διαδικασιών, που καθημερινά επινοεί και προβάλλει μέσω των στελεχών του, των υπουργών του, των τεχνικών συμβούλων του και τελικώς του ιδίου του πρωθυπουργού. Οι πονηρίες, όμως, αυτές που μετέρχεται για να επιτύχει μια καλύτερη συμφωνία από αυτήν που επρόκειτο να επιτύχει η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν πρόκειται να ωφελήσουν ούτε τον ίδιο και, δυστυχώς, ούτε τη χώρα. Εάν το μνημόνιο έχει πάψει να υπάρχει από τις 26 Ιανουαρίου, ποιος, άραγε, είναι τώρα ο σκοπός της διαπραγμάτευσης και γιατί πρέπει να εκλιπαρεί η υπερήφανη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ από τους δανειστές μια «επωφελή» και επιεική για τον τόπο ανταπόκρισή τους, προκειμένου να πάρει τη «δόση» της;
Οι πολίτες, πάντως, παρά την κατάσταση ασφυξίας στην αγορά, δείχνουν να εξακολουθούν να πιστώνουν στην κυβέρνηση «μαχητικότητα», σε αντίθεση με τη ΝΔ που της χρεώνουν έλλειψη «μαχητικότητας»…
Στο τέλος της ημέρας θα αποδειχθεί ότι η προηγούμενη κυβέρνηση, παρά τα σοβαρά λάθη και τις ουσιαστικές παραλείψεις, τις οποίες χρεώνεται, είχε καταφέρει καλύτερα αποτελέσματα στο δημοσιονομικό και οικονομικό επίπεδο. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε να υλοποιήσει αναγκαίες ποιοτικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα του κράτους. Είχε καλύτερη αποτελεσματικότητα στη διαπραγμάτευση, που φρόντιζε να μην την προβάλλει τόσο πανηγυρικά και περίοπτα, ώστε να έχει αξία και σημασία η προσπάθεια για το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Ο καθημερινός θόρυβος που προκαλείται σκόπιμα και ασταμάτητα από την κυβέρνηση για τα θέματα της διαπραγμάτευσης, οι τυμπανοκρουσίες, οι μεγαλοστομίες, οι ηρωικές εξάρσεις και οι αντιμνημονιακές κορώνες είναι λογικό να προκαλούν στον λαό την εντύπωση ότι κάτι μεγάλο και σπουδαίο θα προκύψει, μετά από τον τετράμηνο «αγώνα» της κυβέρνησης.
Τι πρέπει να κάνει η ΝΔ με τη συμφωνία; Διότι φαίνεται ότι ούτε σε αυτό το θέμα υπάρχει ενιαία γραμμή…
Εκ των πραγμάτων, οι επί τέσσερις μήνες συνεχιζόμενες παλινωδίες, αντιφάσεις, αστοχίες, παραπλανητικές και πονηρές μεθοδεύσεις και μια σειρά τέτοια τερτίπια έχουν εξαντλήσει κάθε χρονικό περιθώριο για επίτευξη μιας αμοιβαίως επωφελούς συμφωνίας. Ολίγο ενδιαφέρει σ’ αυτήν τη φάση αν η κυβέρνηση οδήγησε σε ακραίες καταστάσεις τη διαπραγμάτευση με τους εταίρους από απειρία, ανεπάρκεια ή και από πονηρία. Παρ’ όλα αυτά, όμως, η πραγματικότητα είναι σκληρή και για τη ΝΔ. Το δίλημμα χρεοκοπία ή συμφωνία, που εκ των πραγμάτων τίθεται αυτήν την ώρα, δεν αφήνει περιθώρια σε μια υπεύθυνη πολιτική δύναμη, όπως είναι η ΝΔ, για μια τυφλή αντιπολίτευση. Πρέπει να στηρίξουμε τη συμφωνία εφόσον αυτή μας κρατάει στην ευρωζώνη.
Πώς κρίνετε τη συνολική εικόνα του κόμματός σας μετεκλογικά;
Είναι αλήθεια ότι η δεινή ήττα της ΝΔ στις πρόσφατες εκλογές έχει προκαλέσει βασικές αρρυθμίες τόσο στην εσωτερική ζωή του κόμματος όσο και στις θεσμικές, ιδεολογικές, πολιτικές και πολιτειακές της λειτουργίες. Ακόμα δεν έχει βρει έναν σταθερό βηματισμό μιας αποτελεσματικής αντιπολίτευσης.
Εσείς ταχθήκατε εξαρχής υπέρ της διεξαγωγής έκτακτου συνεδρίου. Η ηγεσία της ΝΔ, ωστόσο, εξακολουθεί να το αρνείται και έχει μπει στη διαδικασία των προσυνεδριακών συνδιασκέψεων για τη διεξαγωγή Εθνικής Συνδιάσκεψης. Το βασικό επιχείρημα των περί την ηγεσία είναι ότι δεν υπάρχει αντίπαλο δέος στον κ. Σαμαρά…
Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου από μόνο του επιβάλλει τη διαπίστωση ότι η ήττα οφείλεται στο γεγονός ότι η ΝΔ έχασε την επαφή της με την κοινωνία. Απομονώθηκε από την παραδοσιακή λαϊκή της βάση, που, όπως έλεγε ο ιδρυτής της, περιλαμβάνεται μεταξύ της δημοκρατικής δεξιάς και των παρυφών της σοσιαλδημοκρατίας. Το γεγονός αυτό είναι αρκετό για να επιβάλει τη σύγκληση ενός έκτακτου συνεδρίου, μέσα από τις διαδικασίες του οποίου θα προσφερόταν η δυνατότητα να ξανασυναντήσει το κόμμα όσους του γύρισαν τη πλάτη, για λάθη και παραλείψεις που έγιναν κατά τη συγκυβέρνηση. Σκοπός ενός τέτοιου συνεδρίου προφανώς και δεν θα ήταν η αναζήτηση ενός αντιπάλου δέους προς τον αρχηγό. Δυστυχώς, όμως, κάποιοι ανησύχησαν για την πιθανή έκβαση ενός τέτοιου συνεδρίου και είτε ο φόβος είτε οι ανασφάλειες στέρησαν από την παράταξη μια τέτοιας ζωτικής σημασίας επαφή.
Λένε πολλοί ότι το brand name της ΝΔ «δεν πουλάει πια» και ότι με δεδομένα τα οικονομικά βάρη, ίσως, η λύση πρέπει να αναζητηθεί σε έναν νέο πολιτικό σχηματισμό.
Το πρόβλημα για τα οικονομικά βάρη είναι υπαρκτό και δύσκολο. Κάποια στιγμή πρέπει να λεχθεί η πάσα αλήθεια, για το πώς προέκυψε και σε ποιου τους χειρισμούς οφείλεται. Ήρθε η ώρα να αντιληφθούμε στη ΝΔ ότι η καλύτερη και πλέον βιώσιμη προοπτική για το κόμμα δεν είναι αυτή που προκύπτει από το όνομα, αλλά εκείνη που προκύπτει από την αλήθεια. Σήμερα περισσότερο από ποτέ αυτό που λείπει στην πολιτική είναι η αίσθηση του Κέντρου. Ενός δημοκρατικού κέντρου, που θα δίνει επαρκείς και πειστικές απαντήσεις στις ακρότητες του δεξιού και αριστερού λαϊκισμού.






