Γράφει ο Γιάννης Σπ. Παργινός
Στην εποχή μας, οι διακρατικές σχέσεις είναι δομημένες σε σαφείς και συγκεκριμένες ισορροπίες, τόσο πολιτικές όσο και οικονομικές. Πολιτικά είναι εύλογο η χώρα που ηγεμονεύει στη συγκεκριμένη φάση να επιδιώκει τη διαιώνιση του εν λόγω status. Πολιτικά, επίσης, είναι εύλογο οι υποκείμενες στην ηγεμονία χώρες να θέλουν την ανατροπή αυτού του status.
Είναι γεγονός ότι η Γερμανία ηγεμονεύει στην Ευρώπη και παίζει κυρίαρχο ρόλο στο πανευρωπαϊκό γεωπολιτικό παιχνίδι, αλλά και στο σύνολο των διεθνών σχέσεων. Η καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, επιδιώκει να διατηρήσει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, έτσι όπως έχει δομηθεί. Προς τούτο, χρησιμοποιεί τις ευρωπαϊκές δομές και πρωτίστως το ευρώ, που ως κοινό νόμισμα διαφυλάσσει τις υπάρχουσες ισορροπίες. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα δυσανασχετεί σε πολιτικές που η ηγεμονεύουσα δύναμη επιβάλλει. Σε αυτό το πνεύμα, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, επιδιώκει πολιτική άνεση ελιγμών, αν όχι και πλήρη ανατροπή των αρνητικών για τη χώρα του ισορροπιών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση των Αθηνών «είτε πρέπει να προσαρμοστεί, είτε να αλλάξει». Αν ο Αλέξης Τσίπρας παραμείνει ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνησή του δεν μπορεί να σταθεί ούτε να καταλήξει σε συμφωνία, «προειδοποιούν» οι «Financial Times». Προχωρώντας, δε, πιο πέρα προτάσσουν το εξής δίλημμα: «Ή αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ή πρωθυπουργός» και επισημαίνουν πως οι «Ευρωπαίοι επιθυμούν ο Αλέξης Τσίπρας να αντικαταστήσει τον μισό ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ με το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι. Yπενθυμίζεται ότι προ εβδομάδας το ίδιο έντυπο «έδιωχνε» από την κυβέρνηση τον υπουργό Οικονομικών, Γιάνη Βαρουφάκη.
Ανώτατοι επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου, ευρισκόμενοι πολύ κοντά στον πρωθυπουργό, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τα όσα –«προκλητικά» κατ’ αυτούς–, έγραψαν οι «Financial Times» και αναπαράγουν πολλά άλλα έντυπα, τα αποδίδουν σε «ξένα κι αντεθνικά κέντρα», επειδή η «σημερινή κυβέρνηση αρνείται αυτά που προφανώς οι νέοι προτεινόμενοι εταίροι (ΠΑΣΟΚ – ΠΟΤΑΜΙ και κομμάτι της ΝΔ) δέχονται και είναι αυτά στα οποία η διαπραγμάτευση έχει κολλήσει. Δηλαδή, το Ασφαλιστικό με νέα μείωση των συντάξεων και τα εργασιακά με ομαδικές απολύσεις». Επιπλέον, κυβερνητικοί επιτελείς προσθέτουν ότι το Βερολίνο υπαγορεύει και προτείνει «κυβερνητικούς εταίρους που δεν θα συνηγορούσαν υπέρ των γερμανικών οφειλών και θα έβγαζαν φλύκταινες μπροστά στο ενδεχόμενο της οποιασδήποτε συνεργασίας με τη Ρωσία».
Σε δεύτερο επίπεδο, η «πρόταση» των «FΤ» υποδεικνύει στον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, την απομάκρυνση συγκεκριμένων υπουργών που θεωρούνται «ευρωσκεπτικιστές» ή «αντιευρωπαϊστές», όπως ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, ο Δημήτρης Στρατούλης, ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο Νίκος Βούτσης. Σε ένα επόμενο στάδιο προτείνεται και «ανασχηματισμός της παρούσας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας», με την αποκοπή από την κυβερνητική πλειοψηφία της «Αριστερής Πλατφόρμας» και άλλων βουλευτών «αριστερής απόκλισης». Όπως εξηγούν κορυφαίοι υπουργοί, «ξένα κέντρα σε αγαστή συνεργασία με ντόπια οικονομικά συμφέροντα» απεργάζονται «αποκοπή της κυβέρνησης από το μαζικό λαϊκό κίνημα με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ που έδωσε το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου. Την αποκοπή, δηλαδή, του ομφάλιου λώρου με τον λαό και τη διασύνδεση με το κατεστημένο».
Την πολυφωνία και τις αντικρουόμενες θέσεις της κυβέρνησης, με αφορμή το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων, κατακρίνει με δημοσίευμά του το πρακτορείο Reuters, «σιγοντάροντας», όπως λένε κορυφαίοι υπουργοί, το εν λόγω σχέδιο. «Στην αρχή ήταν προς πώληση, στη συνέχεια η συμφωνία εγκαταλείφθηκε, μετά επέστρεψε στο προσκήνιο και τώρα προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε σύμπραξη με το Δημόσιο», τονίζεται χαρακτηριστικά στο δημοσίευμα σχετικά με τον ΟΛΠ. «Θα ήταν επιθυμητό να κατευθυνθούμε σε ένα πιο συνεκτικό φιλο-ευρωπαϊκό κεντροαριστερό συνασπισμό σε σύγκριση με αυτή την αδόκιμη ένωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς και λαϊκιστικής Δεξιάς, αλλά είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο», σημειώνει ο Γιώργος Παγουλάτος, καθηγητής πολιτικής οικονομίας στην ΑΣΟΕ.
Συμβιβασμός
Σύμφωνα με τα σενάρια αυτά, κατά τους επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου, ο πρωθυπουργός θα προχωρήσει σε τέτοιους συμβιβασμούς με εταίρους και δανειστές, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε καταψήφιση της κυβέρνησης από μεγάλο αριθμό βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ και σε ταυτόχρονη αποχώρηση των ΑΝΕΛ από την κυβέρνηση. Σε αυτή την περίπτωση, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι και Νέα Δημοκρατία θα στέρξουν να αναπληρώσουν την απολεσθείσα ψήφο εμπιστοσύνης, χάρη στη «σωτηρία της χώρας». Παρά τη συνεχιζόμενη εγχώρια δημοτικότητα του πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, η αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι η υποστήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ θα υποχωρήσει, καθώς συνεχίζει να κάνει παραχωρήσεις στους εταίρους και η πίεση της ρευστότητας χειροτερεύει.
Ο κ. Τσίπρας, κατά τα σενάρια που διακινούνται, θα αναγκαστεί να δημιουργήσει έναν νέο κυβερνητικό συνασπισμό με το παραδοσιακό κεντροαριστερό κόμμα της Ελλάδας, το δοκιμαζόμενο ΠΑΣΟΚ, και με το Ποτάμι. Το εν λόγω σχήμα –σύμφωνα πάντα με το σενάριο– θα κυβερνήσει για συμπεφωνημένο χρονικό διάστημα και, στη συνέχεια, θα προκηρύξει εκλογές από τις οποίες θα βγει μια κυβέρνηση των ιδίων προδιαγραφών. Ο Σταύρος Θεοδωράκης δήλωσε πως είναι πρόθυμος να συνεργαστεί με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μόνο αν ο Τσίπρας συμφωνήσει να διαπραγματευτεί ένα κοινό πρόγραμμα. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, έμμεσα αλλά σαφέστατα, τείνει χέρι κυβερνητικής συνεργασίας, αλλά μόνον στην περίπτωση που απαλλαγεί ο ΣΥΡΙΖΑ από τα «ακραία στοιχεία» του και συναινέσει στην «ευρωπαϊκή πορεία» της χώρας.
Από την άλλη, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης είναι κατηγορηματικός: «Η κυβέρνησή μας αυτό που πρέπει και οφείλει να κάνει είναι να προχωρήσει με πολύ ταχύτερους ρυθμούς στη συνεπή και σταθερή υλοποίηση των ριζοσπαστικών προγραμματικών δηλώσεών της. Η κυβέρνησή μας ή θα είναι μια κυβέρνηση των μεγάλων τομών και προοδευτικών ανατροπών ή δεν θα έχει μέλλον».






