Στην Ειρήνη Σαββοπούλου
Η τυχόν υποχώρηση από τις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ θα συνιστά αυτοακύρωση και απαξίωσή του στα μάτια του κόσμου», διαμηνύει ο Στάθης Λεουτσάκος, βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος και στέλεχος της Αριστερής Πλατφόρμας.
Όσο για τα σενάρια που είδαν εκ νέου το φως της δημοσιότητας για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες ή ακόμη και για δημοψήφισμα, ο κ. Λεουτσάκος τονίζει ότι «η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι έτοιμη να καλέσει τον ελληνικό λαό σε εγρήγορση».
Μετά από σχεδόν τρεις μήνες στη διακυβέρνηση της χώρας, θεωρείτε ότι έχετε αντεπεξέλθει στις προσδοκίες των πολιτών που σας ψήφισαν; Συμφωνείτε με τον Μ. Γλέζο ότι, τελικά, εξαπατήθηκε ο ελληνικός λαός;
Η ελληνική κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή της εκλογής της, δέχεται μια λυσσαλέα και οργανωμένη επίθεση από το εγχώριο, ευρωπαϊκό και διεθνές οικονομικοπολιτικό κατεστημένο, που διαρκώς σφίγγει τη θηλιά στον λαιμό της, απειλώντας με χρηματοδοτικό κενό και, συνεπώς, με αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Με ψευτοδιλήμματα τύπου «υποταγή ή χρεοκοπία», οι λεγόμενοι «εταίροι» μας αξιοποιούν την έλλειψη ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας, που αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημά μας αυτήν τη στιγμή, και προσπαθούν να κάμψουν την κυβέρνηση με μοναδικό σκοπό να ολοκληρώσουν τις σκληρές και αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις – απορρυθμίσεις. Στον αντίποδα αυτής της χυδαίας εκβιαστικής πολιτικής, η κυβέρνηση οφείλει να παραμείνει προσηλωμένη και ανυποχώρητη στο πρόγραμμά της και να προχωρήσει τις ριζοσπαστικές και προοδευτικές αλλαγές που έχει ανάγκη η κοινωνία. Κάθε τυχόν «πάγωμα» ή υποχώρηση συνιστά αυτοακύρωση και απαξίωσή της στα μάτια του κόσμου και πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί με ετοιμότητα και αποφασιστικότητα.
Οι δικές σας «κόκκινες γραμμές» ταυτίζονται με τις «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης;
Δεν υπάρχουν «κόκκινες γραμμές» δικές μου και «κόκκινες γραμμές» της κυβέρνησης. Υπάρχει μία «κόκκινη γραμμή» για όλον τον ΣΥΡΙΖΑ και αυτή δεν είναι άλλη από τις προγραμματικές δεσμεύσεις της κυβέρνησης, από την ανόρθωση της οικονομίας και του λαού μας.
Δεν είναι λίγα τα στελέχη που μιλούν για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες ή για δημοψήφισμα σε περίπτωση αποτυχίας στις διαπραγματεύσεις. Ποιο πρέπει να είναι το διακύβευμα σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Η κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ ψηφίστηκε στη βάση ενός συγκεκριμένου προγράμματος ριζοσπαστικής ανατροπής των μνημονίων και των αντιλαϊκών πολιτικών των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η λαϊκή εντολή είναι, συνεπώς, σαφής και νωπή. Δεν μπορούμε, εντούτοις, να μην αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα οριακό σημείο, καθώς οι κυρίαρχοι πολιτικοί και οικονομικοί κύκλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιούν κάθε μέσο ωμού εκβιασμού, προκειμένου να μας εγκλωβίσουν στον νεοφιλελεύθερο μονόδρομο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Μπροστά σε αυτή την ασφυκτική κατάσταση, αν χρειαστεί, η κυβέρνηση θα πρέπει να είναι έτοιμη να καλέσει τον ελληνικό λαό σε εγρήγορση, στήριξη και έγκριση του προοδευτικού και εναλλακτικού της προγράμματος, ως μοναδικού βιώσιμου και ρεαλιστικού τρόπου διεξόδου από την κρίση με την κοινωνία όρθια.
Πόσο ταιριάζουν τα περί «γερμανοκρατούμενης Ευρώπης με την οποία πρέπει να συγκρουστούμε» με τα ταξίδια του πρωθυπουργού στο Βερολίνο;
Αυτή η ευρωζώνη τελεί υπό τη γερμανική αυτοκρατορία. Οι πολιτικές που τη συγκροτούν ή θα ανατραπούν ή θα οδηγήσουν στη διάλυσή της και αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και την ελληνική κυβέρνηση, αλλά όλες τις χώρες και τους λαούς που τη συναποτελούν. Την ίδια, όμως, στιγμή, ο θεσμικός ρόλος του πρωθυπουργού επιβάλλει τη συνεύρεση, τη συνομιλία και την επικοινωνία με όλους τους θεσμικούς παράγοντες εντός και εκτός Ελλάδος και, συνεπώς, και με τους Γερμανούς εταίρους μας. Χρέος και καθήκον του πρωθυπουργού είναι η προώθηση των προγραμματικών δεσμεύσεων της κυβέρνησης και στη βάση αυτών η επίτευξη της ευνοϊκότερης για την πληττόμενη κοινωνική πλειοψηφία συμφωνίας. Έχει μεγάλη σημασία ότι στο πλαίσιο αυτών των επαφών ο πρωθυπουργός ήταν ο μόνος αρχηγός κράτους που τόλμησε να θέσει τα ζητήματα του γερμανικού κατοχικού δανείου και των γερμανικών αποζημιώσεων για τις θηριωδίες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής, καθώς και αυτό του σκανδάλου της Siemens.
Επειδή έχει γίνει πολύς λόγος για το εάν η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ είναι αρραγής, εάν έρθουν μέτρα στη Βουλή, που να αφορούν, για παράδειγμα, κάποια ιδιωτικοποίηση, θα ψηφίσετε;
Η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί απέναντι στον ελληνικό λαό ότι θα υλοποιήσει, αμετακίνητη από τις αξίες και τα ιδανικά της, το ριζοσπαστικό της πρόγραμμα, απαλλάσσοντας τη χώρα από τις «νεοαποικιακού τύπου» δεσμεύσεις και εκβιασμούς. Σε αυτή την προσπάθεια έχει τη στήριξη του συνόλου της κοινοβουλευτικής μας ομάδας. Καμία, επομένως, συμφωνία με τους εταίρους δεν πρόκειται να φέρει μέτρα στη Βουλή που συνιστούν υποχώρηση από τις αδιαπραγμάτευτες θέσεις μας και υποταγή στα εθνικά και διεθνή πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα.
Ρήξη, ηρωική έξοδος, σύγκρουση, οι φράσεις στελεχών σας που αποτυπώνουν και μια άποψη για το ποια πρέπει να είναι η διαπραγματευτική τακτική της κυβέρνησης. Μήπως της δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που της λύνει;
Μοναδικό πρόβλημα και απειλή για την κυβέρνηση αποτελεί η προσπάθεια στραγγαλισμού της οικονομίας και εξουθένωσης της κοινωνίας, που επιχειρείται, μέσω της διακοπής της χρηματοδότησης, με απόλυτα μεθοδευμένο τρόπο και σε αγαστή συνεργασία με τους διεθνείς κερδοσκόπους, από την πολιτική ηγεσία της γερμανοκρατούμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το είδαμε στην περίπτωση της Κύπρου, το βλέπουμε να εξελίσσεται και σήμερα με τη χώρα μας. Το δίλημμα «χρηματοπιστωτική ασφυξία και χρεοστάσιο ή πλήρης υποταγή και εξευτελισμός» είναι ανύπαρκτο. Το ελληνικό χρέος είναι μη βιώσιμο και αδύνατο να εξυπηρετηθεί και αυτό το γνωρίζουν και οι εταίροι μας. Επιδιώκουν, έτσι, να μετατρέψουν τη χώρα σε αποικία με την εκποίηση και το ξεπούλημα της δημόσια περιουσίας, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτή, ενώ απαρέγκλιτη συνθήκη παραμένει η διατήρηση και προστασία του νεοφιλελεύθερου δόγματος, στο οποίο στηρίζεται ολόκληρη η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ακόμα και μέτρα με μηδενικό ή ελάχιστο δημοσιονομικό κόστος, όπως η επαναφορά του κατώτατου μισθού και η αποκατάσταση του θεσμικού πλαισίου των ΣΣΕ, αντιμετωπίζονται από τους «θεσμούς» ως μονομερείς και, συνεπώς, απαγορευτικές ενέργειες. Η κυβέρνηση, όμως, οφείλει να ακολουθήσει άλλους, νέους και ελπιδοφόρους, εναλλακτικούς και προοδευτικούς δρόμους προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και συνολικά της κοινωνίας.






