Η Ευρωπαϊκή Ένωση, διέρχεται μια ταραγμένη περίοδο. Αντιμετωπίζει την άνοδο των ακροδεξιών και ξενοφοβικών κομμάτων, την πολύπλευρη κρίση του προσφυγικού και το αυξανόμενο ρεύμα των ευρωσκεπτικιστών.
Την Κυριακή 22 Μαΐου γίνεται ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών στην Αυστρία, όπου αναμένεται να επικυρωθεί η επικράτηση του ακροδεξιού υποψηφίου. Ακολουθεί το δημοψήφισμα για το BREXIT, στη Βρετανία στις 23 Ιουνίου. Και στις 26 Ιουνίου στην Ισπανία θα διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές. Πρόκειται για κορυφαία πολιτικά γεγονότα, που πιθανότατα να διαμορφώσουν μια νέα δυναμική πολιτικών εξελίξεων στην Ευρώπη. Το ελληνικό πρόβλημα (αξιολόγηση, δανεισμός, ελάφρυνση του χρέους), αξιοποιείται πολιτικά από τους ευρωσκεπτικιστές (δεξιοί και αριστεροί) και τους ακροδεξιούς ξενοφοβικούς και αντιευρωπαίους, κατά τρόπο, που να εξυπηρετεί την Στρατηγική τους , που είναι η υποβάθμιση ή ακόμη και η διάλυση της Ε.Ε. Τα κόμματα αυτά, εμφανίζουν την Ελλάδα, ως το πρώτο θύμα της οικονομικής πολιτικής της Ευρωζώνης, από την οποία επωφελήθηκαν οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες.
Οι δυνάμεις αυτές, που έχουν εκπροσώπηση στο Ευρωκοινοβούλιο, είναι το γαλλικό ακροδεξιό κόμμα της Μ. Λεπέν, το ισχυρό αντιευρωπαϊκό κόμμα της Βρετανίας υπό τον Πόλ Φάρατζ, το ιταλικό κόμμα «Πέντε Αστέρων» του Μπέπε Γκρίλο, τα αριστερά κόμματα, ακροδεξιοί βουλευτές διαφόρων κρατών όπως της Αυστρίας, της Φιλανδίας, Πολωνίας και της Σλοβενίας, καθώς επίσης και το ανερχόμενο κόμμα των Γερμανών ευρωσκεπτικιστών «Εναλλακτική για τη Γερμανία», που ζητάει και την άμεση απομάκρυνση της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, αφού, όπως υποστηρίζει, οι Έλληνες «τρώνε» τα λεφτά των γερμανών πολιτών. Και ακόμη, ο αντιευρωπαϊστής πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν, που σε κάθε ευκαιρία κατηγορεί την Ελλάδα και ζητάει την αποβολή της από την Ε.Ε..
Η Φινλανδία, την τελευταία τριετία, ακολουθεί μια σκληρή πολιτική σε βάρος της Ελλάδας, στις διαπραγματεύσεις με την ευρωζώνη, που οφείλονται κυρίως στις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες. Το «ελληνικό χαρτί» απέδωσε εκλογικά οφέλη στο κυβερνών Κόμμα του Κέντρου, ενώ ανάλογα οφέλη είχε και το εθνικιστικό και ευρωσκεπτικιστικό κόμμα του «Κόμματος των Φιλανδών», που μετείχε στις εκλογές με συνθήματα εξόδου της Ελλάδας από την ευρωζώνη.
Κατόπιν αυτών, οι φιλοευρωπαϊστές, των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων στο Ευρωκοινοβούλιο, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος υπό τον Μάνφρεντ Βέμπερ και του κόμματος των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών υπό τον Ιταλό Τζιάνι Πιτέλα, θα ήθελαν, προφανώς για διαφορετικούς πολιτικο-ιδεολογικούς λόγους, να ξεπεράσουν τον ελληνικό «κάβο» και να καταλήξουν στις 24 Μάιου ή λίγο αργότερα, σε μια συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση, ώστε να εξασφαλίσουν τουλάχιστον, μια σχετική πολιτικο-κοινωνική σταθερότητα στην Ελλάδα.
Βέβαια και ο Μ. Βέντερ , αλλά και ο Β. Σόιμπλε, που τώρα είναι υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, συμφωνούν ότι πρέπει να κλείσει η αξιολόγηση και να επιτευχθεί συμφωνία με την Ελληνική Κυβέρνηση, υπό την προϋπόθεση, ότι η Ελλάδα θα προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις και ειδικά τις ιδιωτικοποιήσεις, ενώ επιμένουν στην παραμονή του ΔΝΤ στο πρόγραμμα εξυγίανσης της Ελληνικής Οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, το Ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κόμμα και ο Τζ. Πιτέλα, που ανήκει στο Ιταλικό Δημοκρατικό κόμμα του Μ. Ρέντσι, υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει συμφωνία στις 24 Μαΐου με την Ελληνική Κυβέρνηση. Μάλιστα ο Τζ. Πιτέλα κατηγόρησε το ΔΝΤ ότι υπονομεύει το ευρωπαϊκό πρόγραμμα εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας.
Όλα αυτά αποτελούν τη «μεγάλη» εικόνα, που θα είναι παρούσα στην κρίσιμη συνεδρίαση του Γιουρογκρούπ της προσεχούς Τρίτης .
Η συμπεριφορά των ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων που εκπροσωπούνται στο Ευρωκοινοβούλιο και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν το ελληνικό ζήτημα, σχετίζεται με τις κομματικές εξελίξεις στα Εθνικά κράτη. Στόχος τους, η ικανοποίηση των στελεχών και οπαδών των κομμάτων τους, αφού το ελληνικό ζήτημα αποτελεί σημείο κομματικής αντιπαράθεσης στα Εθνικά Κοινοβούλια των κρατών-μελών της Ε.Ε.
Το Γερμανικό κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών των Α. Μέρκελ και Β. Σόιμπλε, με τον μεγαλύτερο αριθμό ευρωβουλευτών στο ΕΛΚ, δέχεται έντονη κριτική, από το κόμμα Εναλλακτική για την Γερμανία και την Γερμανική αριστερά, για το προσφυγικό και για το ελληνικό ζήτημα.
Μάλιστα λόγω αυτής της κριτικής (προσφυγικό και ελληνικό ζήτημα) το νέο ακροδεξιό γερμανικό κόμμα «Εναλλακτική για την Γερμανία»,από το 4% εκτοξεύτηκε στο 16%, με τάσεις για περαιτέρω άνοδο. Επομένως , στην περίπτωση που η Γερμανική Κυβέρνηση, συναινούσεστη συζήτηση για το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, θα είχε σοβαρό πολιτικό κόστος,στις επόμενες εκλογές. Γι’ αυτό ο Β. Σόιμπλε δηλώνει ότι η συζήτηση για το ελληνικό χρέος, μπορεί να ξεκινήσει μετά το 2018, διότι το φθινόπωρο του 2017, θα γίνουν Βουλευτικές εκλογές στη Γερμανία και η δημοτικότητα της Α. Μερκελ είναι σε πτωτική πορεία.
Στην Γαλλία, το σοσιαλιστικό κόμμα και ο πρόεδρος Φ. Όλάντ, στηρίζουν την επιλογή της Κομισιόν και του κ. Γιουνκέρ, ότι θα πρέπει να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, να συζητηθεί η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και ότι δεν πρέπει να απαιτούμαι περισσότερες θυσίες από τους Έλληνες, διατηρώντας παράλληλα και επιφυλάξεις για το ρόλο του ΔΝΤ. Εκτιμάται ότι, η θέση του Γάλλου προέδρου, του Πρωθυπουργού Ε. Βάλς και του Γάλλου Επιτρόπου Π. Μοσκοβισί, υπέρ της Ελληνικής Κυβέρνησης, είναι ένα άνοιγμα προς την αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Όμως, αυτή η επιλογή του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος στο Ελληνικό ζήτημα, έχει κομματικό κόστος, καθώς φαίνεται να δυναμώνει το ακροδεξιό κόμμα της Μ. Λεπέν, που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, είναι το πρώτο κόμμα στη Γαλλία, ενώ η δημοτικότητα του Φ. Ολάντ έχει περιοριστεί στο 15%!
Στην Ιταλία, η στήριξη του Δημοκρατικού – σοσιαλιστικού κόμματος (Ρέντσι και Πιτέλα) προς την Κυβέρνηση του Α. Τσίπρα, δεν είχε την αναμενόμενη επιδοκιμασία των Ιταλών ψηφοφόρων, αφού φαίνεται ότι ενισχύονται τα αντιευρωπαϊκά κόμματα, η Λίγκα του Βορά και το κίνημα των Πέντε Αστέρων.
Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία, Ιταλία και Ελλάδα, είναι οι ευρωπαϊκές χώρες που οι κυβερνήσεις τους, αντιμετωπίζουν οξυμένα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Είναι ο λεγόμενος «ευρωπαϊκός νότος», που «φλερτάρει» με τη δίνη της αποσταθεροποίησης, που θα αποτραπεί, εφόσον η ευρωπαϊκή οικονομική και πολιτική ελίτ των Βρυξελλών, του ευρωπαϊκού βορά και η ισχυρή Γερμανία, προσαρμόσουν τις επιλογές του, στα νέα κοινωνικοπολιτικά δεδομένα.
Άρθρο του Χρήστου Καπούτση





