«Δημοψήφισμα γιατί; Βλέπετε κάποιο αδιέξοδο;». Η απάντηση υψηλόβαθμου κυβερνητικού στελέχους στο ενδεχόμενο προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία ήταν ενδεικτική των προθέσεων της κυβέρνησης αλλά και της αισιοδοξίας που εξέπεμπε τα τελευταία 24ωρα για επίτευξη συμφωνίας με τους εταίρους.
«Το υπερόπλο» της κυβέρνησης, όπως χαρακτηρίστηκε από πολλά στελέχη της, αποδείχτηκε… στρακαστρούκα και μπήκε, προς το παρόν τουλάχιστον, στο συρτάρι.
Οι λόγοι πολλοί… Ένας από τους βασικότερους είναι πως η κυβέρνηση ξεμένει από χρόνο και χρήμα, βασικά συστατικά για να μπορέσει να σηκώσει το… λάβαρο της επανάστασης.
Άλλωστε, και οι Ευρωπαίοι φρόντισαν να το απομυθοποιήσουν και να εμφανίζονται σχεδόν προετοιμασμένοι μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Άλλωστε, η φράση που αποδίδεται στον Β. Σόιμπλε, ότι «τελικά, κάναμε λάθος που δεν δεχθήκαμε την πρόταση δημοψηφίσματος για το ευρώ στην Ελλάδα», μιλώντας για το δημοψήφισμα Παπανδρέου, εμφάνισε το «υπερόπλο» της κυβέρνησης ως σφεντόνα.
Ποιο θα ήταν το διακύβευμα
Παρά τις περί αντιθέτου δηλώσεις, το θέμα απασχόλησε ιδιαίτερα τα κυβερνητικά στελέχη στις τελευταίες συνεδριάσεις του κυβερνητικού συμβουλίου. Πολλοί υπουργοί, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός, προέκριναν την άποψη ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί ούτε το μαρτύριο της σταγόνας ούτε το μαρτύριο της πολιτικής αβεβαιότητας, που δημιουργείται εκτός των άλλων και από το ενδεχόμενο μιας προσφυγής στη λαϊκή ετυμηγορία. Δημόσια, βέβαια, η κυβέρνηση σπεύδει να συνταχθεί πίσω από τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων που δείχνουν ότι οι πολίτες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, θέλουν να κλείσει η συμφωνία, ακόμη και αν χρειαστεί να υποχωρήσει από προεκλογικές της δεσμεύσεις.
Ακόμη ένας λόγος που ο «φάκελος δημοψήφισμα» μπήκε, προς το παρόν τουλάχιστον, στο συρτάρι, ήταν και το ποιο, τελικά, θα ήταν το διακύβευμα. «Θα βάλουμε σε δημοψήφισμα μια ‘‘κακή’’ συμφωνία και θα ζητούσαμε από τους πολίτες να την ψηφίσουν;» αναρωτιόταν κυβερνητικό στέλεχος.
Ωστόσο, υπάρχουν υπουργοί, όπως ο Πάνος Σκουρλέτης, ο Γιώργος Κατρούγκαλος, ο Νίκος Βούτσης, που επιμένουν να κρατούν το θέμα ανοικτό μπροστά στο ενδεχόμενο μιας «κακής» συμφωνίας. «Είναι ένα ενδεχόμενο που θα πρέπει να το εκτιμήσει κάποιος, αφού δούμε το αποτέλεσμα της συμφωνίας ή της μη συμφωνίας» τόνιζε ο Π. Σκουρλέτης.
Μάλιστα, ο υπουργός Εργασίας υποστηρίζει πως χωρίς τα εργασιακά μέσα στο πακέτο της συμφωνίας δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία. «Η συμφωνία δεν μπορεί να περάσει χωρίς τα εργασιακά, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Συμφωνία, όμως, δεν βλέπει η αριστερή πλατφόρμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη, όχι μόνο λόγω των απαιτήσεων των «θεσμών» στο κομμάτι των εργασιακών, αλλά στο σύνολο των όσων βάζουν στο τραπέζι.
Μάταια προσπαθούσε να τον πείσει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος στην τελευταία συνεδρίαση του κυβερνητικού συμβουλίου, ότι, για παράδειγμα, στις ιδιωτικοποιήσεις με φόντο και τον ΟΛΠ, η κυβέρνηση δεν ξεπουλάει τη δημόσια περιουσία. «Δεν μπορώ να το υποστηρίξω, θα είναι ξεπούλημα» φέρεται να είπε ο υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, επιμένοντας πως δεν συμφωνεί μόνο με το θέμα του λιμανιού, καθώς βρίσκεται στην εκλογική του περιφέρεια, αλλά και με την απελευθέρωση της ενέργειας.
«Οι δανειστές τραβούν συνεχώς το σκοινί και ζητούν συνεχώς νέα μέτρα» τόνιζε ο υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης σε συνομιλητές του, προκρίνοντας την ανάγκη η Ελλάδα να προχωρήσει μόνη της, με τις όποιες συνέπειες μπορεί να έχει μια τέτοια κίνηση.
Για την πλατφόρμα δεν έχει κλείσει το θέμα του δημοψηφίσματος ή των εκλογών. «Εάν το πλαίσιο είναι τέτοιο που μας υποχρεώνει να δούμε τη λαϊκή κυριαρχία, θα δούμε και την προσφυγή στον ελληνικό λαό» τόνιζε μέλος της, ενώ προκρίνουν την άποψη ότι πρέπει η Αθήνα να πάψει να καλύπτει τις υποχρεώσεις της έναντι των δανειστών… «όσο πληρώνεις, οι δανειστές δεν πρόκειται να υποχωρήσουν σε τίποτα».
Θα πληρώσουμε ή όχι τις επόμενες δόσεις;
Ωστόσο, υπάρχουν φωνές και εντός του στενού πρωθυπουργικού κύκλου που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, της μη, δηλαδή, καταβολής της επόμενης δόσης στο ΔΝΤ. Άλλωστε, «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», καθώς, σύμφωνα με τα πλέον επίσημα χείλη, όπως είναι ο Γιάνης Βαρουφάκης, τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας επαρκούν για τις επόμενες δύο εβδομάδες, ενώ οι υποχρεώσεις της χώρας για τον Ιούνιο αγγίζουν τα 2,5 δισ. ευρώ.
Άλλωστε, είναι κάτι που δεν έχει διαψεύσει επίσημα η κυβέρνηση, συνδέοντας την καταβολή των δόσεων με το δημοσιονομικό κενό που βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση.
Η συμφωνία θέλει δύο
Στο Μέγαρο Μαξίμου, παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία που εκπέμπουν για συμφωνία μέχρι το τέλος Μαΐου, έχουν πλέον τη βεβαιότητα ότι κάποιες «συνιστώσες» των δανειστών επιδιώκουν την ταπείνωση της κυβέρνησης, την οποία θέλουν να σύρουν μέχρι το τέλος να πει το δικό της «ναι» σε μέτρα που όχι μόνο ξεπερνούν τις «κόκκινες γραμμές» της, αλλά δεν συνάδουν και με μια αριστερή κυβέρνηση.
«Οι δανειστές ζητούν συνεχώς περισσότερα. Μέχρι τέλος θα μας πάνε έτσι, πότε κρύο πότε ζέστη. Το θέμα είναι πως δεν είναι σίγουρο ότι και αν δώσουμε, από αυτά που μπορούμε, σε επίπεδο μέτρων, θα μείνουν ικανοποιημένοι» τόνιζε κυβερνητική πηγή, που βρίσκεται κοντά στις διαπραγματεύσεις. «Προσπαθούν να μας αναγκάσουν να κλείσει όλο το πακέτο στην ουσία της πέμπτης αξιολόγησης» συμπληρώνει.
Κορυφαίος κυβερνητικός παράγοντας που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, περιγράφοντας το κλίμα στα τεχνικά κλιμάκια, έκανε λόγο για «τρεις συνιστώσες». «Είναι εκείνοι που πραγματικά θέλουν να κλείσει η συμφωνία, εκείνοι που δεν το θέλουν και εκείνοι που επιθυμούν να σπρώξουν την κυβέρνηση με το πιστόλι στον κρόταφο μέχρι το τέλος».
Μάλιστα, αμφισβητούσε και την επάρκειά τους, καθώς, όπως μας εξηγούσε, για παράδειγμα στο θέμα του ΦΠΑ, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά σε σχέση με τον μέσο όρο άλλων χωρών στο θέμα της εισπραξιμότητας, επιμένουν στην αύξηση των συντελεστών, ακυρώνοντας τα επιχειρήματα της κυβέρνησης για τους μηχανισμούς είσπραξης. «Με όποιον οικονομολόγο και αν μιλήσεις, θα γελάει με όλα αυτά τα επιχειρήματα που ακούμε» τόνιζε ο ίδιος κυβερνητικός αξιωματούχος.
Επιπλέον, επιβεβαίωσε και το ρεπορτάζ του «Π», ότι στο τραπέζι της τελικής συμφωνίας βρίσκεται και το θέμα του χρέους, εκτιμώντας πως θα λειτουργήσει ως αντίβαρο, όταν η συμφωνία έρθει στη Βουλή.
Ενδεικτικό της καχυποψίας που υπάρχει μεταξύ κυβέρνησης και θεσμών είναι ότι και στο θέμα των ιδιωτικοποιήσεων η κυβέρνηση, που παραδέχεται πως έχει υπαναχωρήσει, διαμηνύει πως «δεν θα δώσει τίποτα εάν δεν υπάρξει συμφωνία» και συναρτά το «τρέξιμο» των ιδιωτικοποιήσεων με την πορεία των διαπραγματεύσεων, πολύ δε περισσότερο με την επίτευξη της τελικής συμφωνίας.
Γι’ αυτό και, όχι τυχαία, η κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει σε δημοσιεύματα του ξένου Τύπου που μιλούσαν για χρεοκοπία ή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, βρίσκονταν απέναντι από τις προσπάθειες που γίνονται, κάνοντας λόγο για σχέδιο διάσπασης της ΕΕ, καθώς βλέπουν δάκτυλο Σόιμπλε, που σε καθημερινή βάση δυναμιτίζει τις όποιες προσπάθειες προσέγγισης των δυο πλευρών.
«Η συμφωνία θέλει δύο» τόνιζε κυβερνητικός αξιωματούχος, ενώ παρά το κλίμα που επικρατεί στα τεχνικά κλιμάκια, στέλεχος που συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις, λίγο μετά την τηλεδιάσκεψη που έγινε στο πρωθυπουργικό γραφείο, εξέφραζε την αισιοδοξία του ότι υπάρχουν περιθώρια ευελιξίας σε θέματα αγκάθια.
«Είναι πολιτικό το θέμα, αλλά υπάρχει ικανό περιθώριο ευελιξίας για να επιτευχθεί συμφωνία, αλλιώς δεν θα συζητούσαμε. Συζητάμε πάνω στα θέματα που η σύγκλιση είναι μικρή και όχι για τα θέματα που η σύγκλιση είναι μεγάλη. Θα συνεχιστεί και αύριο και κάποια στιγμή από κοντά».
Όλα για όλα στη Σύνοδο της Ρίγας
Πάντως, το ροκάνισμα του χρόνου δεν ευνοεί κανέναν και σίγουρα δεν ευνοεί το Μέγαρο Μαξίμου. «Κάποια στιγμή, που θα υπάρξει ακόμη πιο έντονο πρόβλημα, θα κληθούμε να αποφασίσουμε να συμβιβαστούμε ή όχι. Έχουμε δεσμευτεί στο λαό να μην κάνουμε κωλοτούμπα» τόνιζε κυβερνητική πηγή, περιγράφοντας με τον καλύτερο τρόπο το δίλημμα της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση ποντάρει πολλά, εκτιμώντας πως θα είναι καθοριστικής σημασίας, στην πορεία προς την επίτευξη συμφωνίας στη Σύνοδο Κορυφής στη Ρίγα της Λετονίας.
Πρόκειται για την τέταρτη Σύνοδο Κορυφής της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης, όπου οι αρχηγοί της ΕΕ θα συναντήσουν αντιπροσώπους των ανατολικών εταίρων για να επιβεβαιώσουν τη σπουδαιότητα που αποδίδει η ΕΕ στην Ανατολική Εταιρική Σχέση. Η ημερήσια διάταξη, όμως, δεν επιτρέπει στην Αθήνα να συζητήσει τα θέματά της. Έτσι, στο διπλωματικό γραφείο του πρωθυπουργού υπάρχει πυρετός διεργασιών, ώστε να κλειστούν ραντεβού με Ευρωπαίους ηγέτες στο περιθώριο της Συνόδου με βασικό στόχο ένα καθοριστικό ραντεβού με τη Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ. Επιπλέον, η Αθήνα βλέπει με καλό μάτι ένα έκτακτο Eurogroup, αμέσως μετά και πριν, πάντως, από τα τέλη του μήνα, που πια τα χρονικά περιθώρια θα έχουν στενέψει επικίνδυνα.
* Ρεπορτάζ από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ που κυκλοφόρησε το Σάββατο 16/05/2015.
ΠΗΓΗ φωτογραφίας: Eurokinissi






